27/6/09

Μια βασική ανακάλυψη [83]

Αν όμως η υπόθεση της αμφιμιξίας δεν μπόρεσε να δώσει κάποια οριστική λύση στο πρόβλημα, το ίδιο ισχύει και για τη θεωρία της υβριδοποίησης ή νοθογονίας του μεγάλου Ολλανδού βοτανικού Γ. Π. Λότσι.
Αλλά η τύχη επεφύλασσε και πάλι σε Ολλανδό τη συνέχιση της προσπάθειας με μεγαλύτερη επιτυχία. Επρόκειτο για τον Ούγκο ντε Βρις (Hugo de Vries) (1848-1935), που με αφετηρία την ανακάλυψη των ελάχιστων εκείνων απολιθωμάτων που χαρακτηρίστηκαν συνδετικοί κρίκοι, σκέφτηκε ότι θα ήταν δυνατόν να ανακαλυφθούν και ζωντανοί ακόμα οργανισμοί που να βρίσκονται σε ενδιάμεσα στάδια εξέλιξης.

Τότε ανακάλυψε ο ντε Βρις ένα καλλωπιστικό φυτό της Αμερικής, το «oenothera lamarckiana» που, άγνωστο για ποιο λόγο, είχε επανέλθει σε άγρια κατάσταση και παρουσίαζε ενδιαφέρουσες ιδιότητες. Διαδοχικά ανακαλύπτονταν πολυάριθμα άτομα του φυτού αυτού με βαθιές διαφορές από την τυπική του μορφή, που όταν αναπαράγονταν διατηρούσαν αμετάβλητους τους παραλλαγμένους χαρακτήρες τους. Μετά από σκληρή εργασία πολλών ετών, ο ντε Βρις συγκέντρωσε έναν αριθμό τύπων του φυτού με μόνιμες και έκδηλες εκτροπές από την τυπική του μορφή, τη μελέτησε και διατύπωσε τη θεωρία των «μεταλλάξεων», όπως είχε ονομάσει τις παραλλαγές που είχε συγκεντρώσει.
Η θεωρία αυτή, αρκετά απλοποιημένη, θα μπορούσε να συνοψιστεί κάπως έτσι: Σε κάποιο στάδιο της ζωής ορισμένου είδους, επέρχεται απρόβλεπτα κάτι σαν θύελλα μεταλλάξεων, σαν το είδος να τρελάθηκε και να άρχισε να σκορπίζεται φοβισμένο, μέσα όμως πάντοτε στο δρόμο του. Τότε παρουσιάζονται διάφορες παραλλαγές του βασικού του τύπου, με χαρακτήρες που άλλοτε απέχουν περισσότερο και άλλοτε λιγότερο από τους αρχικούς, που κληρονομούνται όμως στους απογόνους. Από τις παραλλαγές αυτές, όσες δεν προσαρμόζονται στο περιβάλλον που βρέθηκαν, θα εξαφανιστούν με τη φυσική επιλογή και θα επιβιώσουν οι άλλες.
Η θεωρία των μεταλλάξεων αντικατέστησε στη διαδικασία της εξέλιξης το βαθμιαίο του Δαρβίνου με το απρόβλεπτο και με άλματα συντελούμενο του ντε Βρις. Η έννοια όμως της φυσικής επιλογής έμεινε άθικτη.
Ενώ όμως ο ντε Βρις ολοκλήρωνε τις μελέτες του και δημοσίευε τη «Θεωρία της απότομης παραλλαγής» (Λειψία, 1901-1903), άλλοι μεγάλοι βιολόγοι, όπως ο Γερμανός Καρλ Κόρρενς (Carl Correns) (1864-1933) και ο Αυστριακός Έριχ Τσέρμακ (Erich von Tschermak) (1871-1962), είχαν αφοσιωθεί στη μελέτη της κληρονομικότητας. Στο μεταξύ είχαν ανακαλυφθεί και διατυπωθεί οι θεμελιώδεις νόμοι του εξαιρετικού αυτού φαινομένου από έναν σεμνό Αυγουστινιανό μοναχό, τον Γκρέγκορ Μέντελ.
Η βασική του όμως μονογραφία «Δοκίμια περί των φυσικών υβριδίων», που αποτελεί έναν από τους πιο καταπληκτικούς σταθμούς και τις πιο εξαίρετες κατακτήσεις της νεώτερης βιολογίας, έμεινε θαμμένη στα Πρακτικά του 1866 της «Εταιρείας των Φυσιοδιφών» της μικρής πόλης Μπρνο στη Μοραβία. Έπρεπε να περάσουν 35 ολόκληρα χρόνια για να βγει από τα ράφια και τη σκόνη που την κάλυπτε, για να γεμίσει χαρά, αλλά συγχρόνως και απογοήτευση τον Κόρρενς και όσους εργάζονταν στη λύση του ίδιου προβλήματος: τα συμπεράσματα που κι αυτοί είχαν αναγγείλει χωριστά ο ένας από τον άλλον, είχαν ανακαλυφθεί και περιγραφεί τέλεια από τον Μέντελ, πριν από δεκάδες χρόνια.
Έτσι επιβεβαιώνεται, για άλλη μια φορά, αυτό που είχαμε και αλλού παρατηρήσει: ότι υπάρχουν στιγμές στην ιστορία της επιστήμης, που οι ανακαλύψεις μοιάζουν σαν να έχουν ωριμάσει. Εξίσου φωτεινά πνεύματα πραγματοποιούν την ίδια ανακάλυψη τελείως ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, αλλά χρονικά σε ελάχιστη μεταξύ τους απόσταση. Η δημιουργία ζητημάτων προτεραιότητας στις περιπτώσεις αυτές μόνον ανθρώπινη μικρότητα μαρτυρεί, ασυμβίβαστη με την επιστημονική αξιοπρέπεια. Οι μεγάλες διάνοιες ποτέ δεν θίγονται από κάτι τέτοιο. Σκοπός τους δεν είναι αν θα φτάσουν πρώτες στον επιδιωκόμενο στόχο, αλλά αν θα ανακαλύψουν την αλήθεια συμβάλλοντας, άλλος πολύ και άλλος λίγο, στην ηρωική πορεία του ανθρώπινου πνεύματος προς αυτή.


*
Κάποια στιγμή ολόκληρη η Ευρώπη αντηχούσε από τον θόρυβο της διαμάχης μεταξύ δαρβινιστών και των αντιπάλων τους. Στο ίδιο το έδαφος του δαρβινισμού φύτρωναν διάφορες θεωρίες: μερικές από αυτές ανακαλούσαν την πολύ παλιά ιδέα του προσχηματισμού και ζητούσαν να συμβιβάσουν τη θεωρία της εξέλιξης με την ύπαρξη ενός αρχικού θείου ή μηχανικού σχεδίου. Τότε ακριβώς ένας ταπεινός ιερωμένος ο Γιόχαν Μέντελ, αργότερα πατήρ Γρηγόριος του τάγματος των Αυγουστινιανών μοναχών, ανακαλύπτει τους θεμελιώδεις νόμους που όλοι ζητούσαν αλλά κανείς δεν υποψιαζόταν.
Ο Γρηγόριος Μέντελ (Gregor Mendel) γεννήθηκε το 1822 στο Χάιντσεντορφ (Heinzendorf) της Σουδητίας, περιοχής της Σιλεσίας. Οι γονείς του ήταν φτωχοί χωρικοί. Στα 21 του χρόνια έγινε μοναχός στο μοναστήρι του Μπρνο, στη Μοραβία. Στη συνέχεια σπούδασε μαθηματικά και φυσικές επιστήμες στη Βιέννη και το 1856 διορίστηκε καθηγητής των φυσικών επιστημών στο Λύκειο του Μπρνο (γερμανικά, Brünn).
Εκεί πραγματοποίησε τις θαυμαστές έρευνές του, αντιτάσσοντας, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνει, τη σιωπή της ήρεμης και βαθιάς σκέψης, της βασισμένης στον σοβαρό πειραματισμό, στον μάταιο συχνά θόρυβο των αντεγκλήσεων των δαρβινιστών με τους αντιπάλους τους.

ΝΤΕ ΒΡΙΣ, ΒΑΪΣΜΑΝ, ΓΚΟΛΝΤΟΝ, ΓΙΟΧΑΝΣΕΝ
Είδαμε στα προηγούμενα ότι τα φαινόμενα της κληρονομικότητας έγιναν προβλήματα πρώτης σειράς μετά τη διατύπωση της δαρβινικής θεωρίας. Στο έργο της λύσης των προβλημάτων αυτών αφιερώθηκε συγχρόνως με τον Μέντελ και εκτός από τους ντε Βρις (Vries) και Βάισμαν (Weismann), ο εξάδελφος του Δαρβίνου, Φράνσις Γκόλτον (Francis Galton) (1822-1911). Είναι εκείνος που εισήγαγε πρώτος τις ποσοτικές μεθόδους στη μελέτη των φαινομένων της κληρονομικότητας, ιδρύοντας έτσι ένα νέο επιστημονικό βιολογικό κλάδο, τη βιομετρία. Πρέπει να αναφέρουμε ακόμα τον Β. Λ. Γιόχανσεν (1857-1927), Δανό βοτανικό, που μελέτησε τα προβλήματα της κληρονομικότητας στα φασόλια, αποδεικνύοντας με τα πειράματά του την πλάνη της θεωρίας του Λαμάρκ.
Στις μελέτες ακριβώς αυτές διέθετε ο Γρηγόριος Μέντελ όλο τον διαθέσιμο χρόνο του, έξω από τις ώρες της διδασκαλίας.

Η ΑΣΥΝΕΧΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΟΥΣ
Με τα πειράματά του στα φυτά «oenothera lamarckiana» ο ντε Βρις οδηγήθηκε, όπως είδαμε, στη διατύπωση της θεωρίας των μεταλλάξεων. Η νέα θεωρία βρήκε προετοιμασμένα για την αποδοχή της τα πνεύματα πολλών επιφανών βιολόγων της εποχής. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν ο Άγγλος Γουίλιαμ Μπέιτσον (William Bateson) (1861-1926) που είχε δημοσιεύσει το 1894 τη συλλογή «Υλικό για τη μελέτη της ποικιλότητας, που επεξεργάστηκε ειδικά ως προς το ασυνεχές της γένεσης των ειδών», που ο τίτλος της και μόνον εκφράζει τις ιδέες του συγγραφέα. Ήταν ακόμα και ο ίδιος ο Χάξλεϊ που, παρά τις πεποιθήσεις του, δεν απέκλειε ότι η φύση μπορεί να κάνει κάπου - κάπου και άλματα, δηλαδή απρόβλεπτα βαθιές αλλαγές κατά την πορεία της εξέλιξης, στις οποίες στη συνέχεια ενεργούσε η φυσική επιλογή.
Πράγματι, η αρχική ιδέα της συνεχούς μεταβολής κατά ελάχιστα ποσά ήταν σε πολλές περιπτώσεις ανεπαρκής και έπρεπε να αντικατασταθεί. Η βιολογία όμως αγνοούσε ακόμα ότι και η ίδια η λεπτή κατασκευή της κληρονομικής ουσίας είναι ασυνεχής, όπως και η κληρονομικότητα. Η τιμή της ανακάλυψης αυτής ανήκει στον Γρηγόριο Μέντελ.

Η ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΣ, ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Η κακή εκτέλεση και η κακή ερμηνεία ορισμένων πειραμάτων υπήρξε πάντοτε πηγή μεγάλων πλανών για την επιστήμη. Αρχίζοντας από την αρχαιότητα - αφήνουμε κατά μέρος τον μεσαίωνα, στον οποίον το πείραμα ήταν στην ουσία άγνωστο - και καταλήγοντας στους νεώτερους χρόνους, από τον 16ο αιώνα και δώθε, βλέπουμε εσφαλμένες θεωρίες να γεννιούνται ή να επισφραγίζονται εξαιτίας εσφαλμένων πειραματισμών. Ο βαν Χέλμοντ επιβεβαιώνει με ένα παράλογο πείραμα την αυτόματη γένεση και στο ίδιο σφάλμα, για τον ίδιο λόγο, πέφτει τον επόμενο αιώνα ο πράγματι μεγάλος Νίντχαμ. Ο Σταλ ερμηνεύει εσφαλμένα κάποια άλλα πειράματα και καταλήγει στην ολέθρια θεωρία του «φλογιστού».
Έχουμε δει ακόμα, στις σελίδες που προηγήθηκαν, ότι η σοβαρή εκτέλεση και η ορθή ερμηνεία του πειράματος οδήγησαν πάντοτε στην ανεύρεση της αλήθειας ή τουλάχιστον πλησίασαν τον άνθρωπο στο ποθούμενο. Τέτοια ήταν τα πειράματα του Γαλιλαίου, του Ρέντι, του Χάρβεϊ, του Σπαλαντσάνι.
Η σημασία της ορθής ερμηνείας είναι μεγάλη. Και τα πιο ακριβή πειράματα μπορούν, όταν ερμηνευτούν εσφαλμένα, να οδηγήσουν στην πλάνη. Τυπικό είναι το παράδειγμα του πειράματος που εκτέλεσε τόσο ο Ακουαπεντέντε όσο και ο Χάρβεϊ: είχαν δέσει τον βραχίονα ενός ανθρώπου και είχαν παρατηρήσει να διογκώνονται οι βαλβίδες των φλεβών του. Ο Ιταλός που παρατήρησε πρώτος το φαινόμενο, διατύπωσε την παράλογη θεωρία ότι οι βαλβίδες χρησιμεύουν για να συγκρατούν την ορμητική πορεία του αίματος. Ο Άγγλος έδωσε τη σωστή ερμηνεία του πειράματος, επιβεβαιώνοντας την επαναστατική του ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος από τις αρτηρίες στις φλέβες και από εκεί, δια μέσου της καρδιάς και των πνευμόνων, πάλι στις αρτηρίες. Τα ίδια έγιναν και στον αιώνα του θετικισμού. Αρκεί να αναφέρει κανείς την περίπτωση του Χέκελ.
Η πρώτη σελίδα των «Δοκιμίων περί των φυτικών υβριδίων» του Μέντελ αποτελεί σαφή προειδοποίηση για τις θανάσιμες παγίδες που κρύβει το εσφαλμένο πείραμα και η κακή ερμηνεία του. Τα πειράματα του Μέντελ κράτησαν 8 χρόνια. Και όμως πίστευε ότι τα είχε εκτελέσει σε περιορισμένο αριθμό φυτών και ότι επομένως τα συμπεράσματά του έπρεπε να θεωρούνται πολύ γενικά.

ΤΑ ΜΠΙΖΕΛΙΑ ΑΚΡΟΓΩΝΙΑΙΟΣ ΛΙΘΟΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ
Οι εργασίες του Μέντελ είχαν γίνει στον μικρό λαχανόκηπο του μοναστηριού του Μπρνο, στο οποίο κατοικούσε τα 15 χρόνια που δίδασκε στην πόλη αυτή. Το αντικείμενο των πειραματισμών του ήταν τα μπιζέλια.
Για να κάνουμε κατανοητούς τους νόμους που ανακάλυψε ο Μέντελ και που ισχύουν όχι μόνο για τα φυτά, αλλά και για τα ζώα και τον άνθρωπο, θα χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα διασταύρωσης μεταξύ ινδόχοιρων.
Διασταυρώνοντας ένα λευκό και ένα μαύρο ινδόχοιρο, θα έχουμε στην πρώτη γενιά όλο μαύρους ινδόχοιρους: ο χαρακτήρας «μαύρο» είναι επικρατών και ο χαρακτήρας «λευκό» υπολειπόμενος.
Αν τώρα διασταυρώσουμε μεταξύ τους ινδόχοιρους της πρώτης γενιάς που είναι όλοι μαύροι, θα έχουμε στη δεύτερη γενιά 3/4 απογόνους μαύρους και 1/4 απογόνους λευκούς. Αυτοί οι τελευταίοι, αν διασταυρωθούν μεταξύ τους δίνουν όλο λευκούς ινδόχοιρους: είναι, όπως λέμε, ομοζυγώτες ως προς τον χαρακτήρα «λευκό». Αν διασταυρώσουμε όμως μαύρους ινδόχοιρους της δεύτερης γενιάς μεταξύ τους θα έχουμε κατά το 1/3 όλο μαύρους (ομοζυγώτες ως προς τον χαρακτήρα «μαύρο»), ενώ κατά τα υπόλοιπα 2/3 θα έχουμε απογόνους και πάλι κατά τα 3/4 μαύρους και κατά το 1/4 λευκούς, όπως στην πρώτη γενιά: αυτοί είναι, όπως λέμε, ετεροζυγώτες ως προς τον χαρακτήρα του χρώματος.

Όλα αυτά εκφράζονται στον πρώτο νόμο του Μέντελ, το νόμο της διάσπασης (Law of segregation).
Αν τώρα διασταυρώσουμε μπιζέλια που να διαφέρουν όχι μόνο στο χρώμα, αλλά και στη μορφή της επιφάνειας του σπόρου: μπιζέλια κίτρινα και λεία - μπιζέλια πράσινα και ζαρωμένα, θα έχουμε στην πρώτη γενιά μπιζέλια με τους επικρατούντες χαρακτήρες: κίτρινα και λεία. Στη δεύτερη γενιά θα έχουμε απογόνους με 4 συνδυασμούς ιδιοτήτων: κίτρινα λεία και πράσινα ζαρωμένα (οι αρχικοί συνδυασμοί), πράσινα λεία και κίτρινα ζαρωμένα (νέοι συνδυασμοί) σε αναλογία 9 προς 3 προς 3 προς 1.
Αυτά εκφράζονται στο δεύτερο νόμο του Μέντελ, το νόμο της ανεξαρτησίας (Law of indepedent assortment).
Τα τελευταία πειράματα που εκτέλεσε ο Μέντελ σε φυτά δεν τα ερμηνεύει με την ίδια σαφήνεια, όχι γιατί οι νόμοι του δεν έχουν γενική εφαρμογή, αλλά γιατί, όπως ξέρουμε σήμερα, τα φυτά εκείνα είναι «απογαμικά» (πολλαπλασιάζονται χωρίς γονιμοποίηση), τα δε αρσενικά των μελισσών γεννιούνται με παρθενογένεση.
Με τα ακριβή πειράματά του και την ορθή ερμηνεία τους, ο Μέντελ απέδειξε νε τρόπο ακαταμάχητο ότι η λεπτή κατασκευή της κληρονομικής ουσίας είναι ασυνεχής. Έτσι έθεσε τις βάσεις της νεώτερης γενετικής, που οι σύγχρονοί του, αγνοώντας το έργο του, εξακολουθούσαν να αναζητούν. Η σιωπή που περιβάλλει το έργο μιας μεγαλοφυΐας δεν παρουσιάζεται για μοναδική φορά στην ιστορία της επιστήμης.
Βέβαια υπήρξε ευγενική πράξη η αναγνώριση της προτεραιότητας του Μέντελ από εκείνους που επιτέλους ανακάλυψαν το έργο του μεγάλου φυσιοδίφη. Όταν όμως ο ίδιος πέθανε το 1884, έφευγε ανυποψίαστος για το γεγονός ότι υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους βιολόγους.

*

Ο πρώτος αντίκτυπος της θεωρίας της εξέλιξης ήταν η μετατόπιση των προβλημάτων από το καθαρά μορφολογικό στο πεδίο της εμβρυολογίας και της γενετικής. Τα στοιχεία που, ξεκινώντας από τον Μπιφόν, είχαν υποβάλλει την ιδέα ότι τα πλάσματα του πλανήτη μας πρέπει να έχουν υποστεί μεταμορφώσεις, είχαν βέβαια προκύψει στο μορφολογικό πεδίο. Με το να σταθούν όμως αφορμή της γένεσης νέων βιολογικών επιστημών, όπως η οικολογία και η βιομετρία, ακόμα και η ίδια η γενετική, μετατόπισαν το βάρος προς τη δική τους πλευρά. Κάτι ανάλογο συνέβη σε σχέση με την ανατομική και τη φυσιολογία.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Είδαμε ποια υπήρξε η συμβολή και ποιο το βάρος της προσωπικότητας του Κιβιέ στην εξέλιξη της φυσικής ιστορίας και της βιολογίας. Η επίδρασή του δεν υπήρξε μικρότερη στον τομέα της ανατομικής.
Η θεμελίωση της συγκριτικής ανατομικής ως σαφώς καθορισμένης επιστήμης και όχι ως απλής μεθόδου, όπως ήταν για τον Μαλπίγγι και τη σχολή του, πρόσφερε στον φυσιοδίφη ένα πολύτιμο όργανο. Δεν ήταν απλά ότι επέτρεπε τη διαπίστωση συγγενειών μεταξύ των διαφόρων ειδών ζώων. Ήταν κυρίως ένα θαυμάσιο μέσο για την κατανόηση της λεπτής κατασκευής και επομένως και της λειτουργίας ορισμένων οργάνων και τη διατύπωση των γενικών αρχών της οργάνωσής τους.
Στο σημείο αυτό ο Κιβιέ αποκαλύπτεται πραγματικός κληρονόμος της σκέψης του Βάκωνα και του Γαλιλαίου που υπήρξαν οι πρώτοι που θεώρησαν τη συγκριτική ανατομική γόνιμο έδαφος έρευνας. Αρκεί να θυμηθούμε το «μικροσκόπιο της φύσης» που με τόση επιτυχία αξιοποίησε ο Μπελλόνι, και τα θαυμάσια παραδείγματα της εφαρμογής της συγκριτικής μεθόδου στη μελέτη του όρχεως από τον Ομπερί, της γλώσσας και του «εξωτερικού οργάνου της αφής» από τον Μαλπίγγι: ξεκινώντας από τον όρχι του ταύρου ο πρώτος, τη γλώσσα του βοδιού, τη μύτη και τα πόδια του χοίρου ο δεύτερος, στα οποία υπήρχαν σε μεγαλύτερες διαστάσεις ανάλογες κατασκευές του ανθρώπινου σώματος, κατέληξαν και οι δυο στον εντοπισμό και την εξήγηση των αντίστοιχων κατασκευών του οργανισμού του ανθρώπου. Επρόκειτο πράγματι για μια από τις σημαντικότερες κατακτήσεις και κληρονομιές του 17ου αιώνα. Το πνεύμα των μεγάλων του παρελθόντος πέρασε διαμέσου του Κιβιέ στους ανατόμους του 19ου αιώνα, εξακολουθώντας να αποδίδει τους ίδιους πάντοτε καρπούς.
Άλλωστε και ο Δαρβίνος, στην προσπάθειά του να εξηγήσει την εξέλιξη των ειδών σε αυστηρά μηχανική βάση και αρνούμενος κάθε βιταλιστική ερμηνεία (όπως του Λαμάρκ που παραδεχόταν ενδιάθετη την τάση προς την εξέλιξη, κάτι σαν τις αδυναμίες του Γαληνού), δεν μπορούσε παρά να αναγνωρίσει την κληρονομιά των γενικών ιδεών της ιατρομηχανικής σχολής. Με μια μόνον διαφορά: ενώ ο Μαλπίγγι δε θεωρούσε απαραίτητο να ασχοληθεί με τον «άγγελο» που κινεί τον «μύλο» (δες προηγούμενα), ο Δαρβίνος αρνιόταν τελείως την ύπαρξή του! Ιατρομηχανική και θετικισμός χωρίζονταν κιόλας με 2,5 αιώνες!

ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ
Ανάμεσα στους πιο επιφανείς μαθητές του Κιβιέ που συνέβαλαν σημαντικά στην ανάπτυξη της συγκριτικής ανατομικής ως απαραίτητου οργάνου για τη βαθύτερη γνώση των έμβιων όντων από πλευράς κατασκευής και λειτουργίας, πρέπει να μνημονεύσουμε τον Γιόχαν Φρίντριχ Μέκελ (Johann Friedrich Meckel) (1781-1883), απόγονο λαμπρής γενιάς ανατόμων. Ο Μέκελ διαδέχθηκε τον πατέρα του στην έδρα της ανατομικής του Πανεπιστημίου της Χάλε, τόπου της γέννησής του, όπου και ο πατέρας του είχε διαδεχθεί στην ίδια έδρα τον δικό του πατέρα.
Ύστερα από εξαίρετες μελέτες στο σκελετό των σπονδυλωτών, ο Μέκελ παρασύρεται από τα αφηρημένα σχήματα της «φιλοσοφίας της φύσης» και διατυπώνει στο περίφημό του «Σύστημα συγκριτικής ανατομικής» (Χάλε, 1821) ένα σύνολο απόψεων που αποτελούσαν συγχώνευση των ιδεών του Σεντ Ιλέρ, για το ενιαίο του σχεδίου της οργάνωσης των έμβιων όντων, με τις αντιλήψεις του Λαμάρκ, για την εξέλιξη και τις γενικές απόψεις της «φιλοσοφίας της φύσης». Από αυτό το σύνολο των απόψεων, ο Μέκελ παρουσίασε μια θεωρία εξαιτίας της οποίας υπήρξε συνυπεύθυνος με τον φον Μπερ για το «θεμελιώδη βιογενετικό νόμο» που ο Χέκελ έθεσε ως βάση του εξελικτικού του συστήματος.
Στη μορφή και το έργο του Μέκελ υπάρχει μια βαθύτερη αντίφαση μεταξύ της αυστηρά πειραματικής και θετικιστικής του ερευνητικής τοποθέτησης και του αφηρημένου χαρακτήρα των γενικών του αντιλήψεων και ερμηνειών.
Ανάλογη είναι η αντίφαση του Ρίτσαρντ Όουεν (1804-1892), για τον οποίον έχουμε κιόλας μιλήσει, μεταξύ της μεγάλης του συμβολής στη ζωολογία και την παλαιοντολογία και της ασυγκράτητης απέχθειάς του προς τη θεωρία της εξέλιξης με ταυτόχρονη προσκόλλησή του στις αφηρημένες αρχές της «φιλοσοφίας της φύσης», τις θεωρίες του Κιβιέ και του Σεντ Ιλέρ, του οποίου προσυπέγραφε ανεπιφύλακτα την ιδέα για το ενιαίο της οργάνωσης.
Παρόλα αυτά, ο Όουεν υπήρξε μεγάλος ανατόμος. Διευκρίνισε με τρόπο οριστικό την ονοματολογία της συγκριτικής ανατομικής. Τη θεμελιώδη σημασία του έργου αυτού την καταλαβαίνει όποιος παρακολούθησε στα τέλη της δεκαετίας του ’60, τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν γύρω από τους οστεογενείς, τους οστεογόνους και τους οστεογενετικούς όγκους.

Η ΑΝΑΤΟΜΙΚΗ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ
Η περίοδος αυτή συμπίπτει για την Ιταλία με τις αγωνίες, τις ελπίδες, τους πόνους και τις δόξες του αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία. Η προσφορά της συνεπώς στην ερευνητική προσπάθεια της Ευρώπης και η ανάμειξή της στην πολεμική των εξελικτικών θεωριών υπήρξε ασήμαντη. Σε άλλους όμως ιατρικούς τομείς και κυρίως στην ανατομική και την πρόοδό της συνέβαλε πολύ.
Μερικά από τα ονόματα που έμειναν για πάντα στην ονοματολογία της ανατομικής είναι του Λουίτζι Ρολάντο (Luigi Rolando) (1773-1831), του Μπαρτολομέο Πανίτσα (1785-1867), του Φιλίππο Πατσίνι (Filippo Pacini) (1812-1883), του Άντζελο Ντουμπίνι (Angelo Dubini) (1813-1902) και του Αλφόνσο Κόρτι (Alfonso Corti) (1822-1876).
Ο Ρολάντο έκανε μελέτες στον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό των ζώων και του ανθρώπου που μπορούν να θεωρηθούν θεμελιώδεις.
Ο Πανίτσα, παράλληλα με τις σπουδαίες μελέτες του επί του λεμφικού συστήματος των ερπετών, μπορεί να θεωρηθεί ένας από τους θεμελιωτές της θεωρίας των εγκεφαλικών κέντρων.
Ο Πανίτσα όμως δεν περιορίστηκε μέχρις εκεί. Είναι εκείνος που έκανε τη μικροσκοπική ανατομική αυτόνομη, εγκαινιάζοντας την αυτοτελή διδασκαλία της στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, όπου και κατείχε την έδρα της ανατομικής, στην οποία είχε διαδεχθεί τον Αντόνιο Σκάρπα.
Ο κύκλος των ανακαλύψεων του Πατσίνι εκτείνεται στο νευρικό σύστημα. Ορισμένες νευρικές απολήξεις φέρουν από τότε το όνομά του. Μελέτησε επίσης τη χολέρα και επισήμανε πρώτος το μικρόβιό της, που θα περιγράψει ο Κωχ ύστερα από 30 χρόνια, αναγνωρίζοντάς το ως το αίτιο της νόσου. Παρόλα αυτά κανείς δεν πρόσεξε τότε την ανακάλυψή του που μόνη αυτή θα αρκούσε να του χαρίσει άφθαρτη δόξα.
Εκείνος που είδε το όνομά του να αποκτά αμέσως φήμη μέσα και έξω από την πατρίδα του υπήρξε ο Κόρτι (Corti). Είναι ο ανατόμος που ανακάλυψε το όργανο της ακοής που φέρει από τότε το όνομά του.














ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΑΝΙΤΣΑ
Το κύρος δύο μόνον από τους πολλούς μαθητές του Πανίτσα αρκεί για να τονίσει τη μεγάλη του αξία ως διδασκάλου. Πρόκειται για τον Άντζελο Ντουμπίνι, που μόλις πιο πάνω αναφέραμε, και τον Αντρέα Βέργκα (Andrea Verga) (1811-1895).
Ο Ντουμπίνι ανακάλυψε το παράσιτο του εντέρου «ancylostoma duodenale» (αγκυλόστομα το 12δακτυλικό) που περιέγραψε στη θεμελιώδη εργασία του «Ενδοζωογραφία του ανθρώπου προς χρήση ως συμπλήρωμα εις τη σπουδή της παθολογικής ανατομικής» (Μιλάνο, 1850).
Ο Βέργκα απέκτησε φήμη με τις μελέτες του επί της κατασκευής του κρανίου και του εγκεφάλου. Αυτός ανακάλυψε ένας εγκεφαλικό σχηματισμό που με το όνομα «έκτη κοιλία του εγκεφάλου» απέκτησε τελευταία και πρακτικό ενδιαφέρον με τις προόδους της νευροακτινολογίας. Ανακάλυψε ακόμα και τον υδραγωγό που συνδέει την κοιλία αυτή με την «πέμπτη κοιλία» του εγκεφάλου. Τις ανακαλύψεις του δημοσίευσε σε δύο εργασίες το 1851 και το 1855.Έτσι, ο αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία δεν εμπόδισε τις επιστημονικές διάνοιες από το έργο τους, όπως η θύελλα της επανάστασης δεν μπόρεσε να διακόψει το έργο του Μπιφόν.

17/6/09

Άλλοι εξελικτικοί [82]


Όπως είδαμε στα προηγούμενα, το τεράστιο έργο του Δαρβίνου κινδύνευσε να πάει χαμένο όταν του έπεσε στα χέρια η εργασία του Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας (Alfred Russel Wallace) και μόνον η επιμονή των φίλων του το έσωσε από την αφάνεια. Ο Γουάλας όμως ταξιδεύοντας στη Βραζιλία είχε σύντροφο τον Χένρυ Γουόλτερ Μπέιτς (Henry Walter Bates), που γυρίζοντας ύστερα από 11 χρόνια παραμονή στη Ν. Αμερική έφερε μαζί του έναν τεράστιο όγκο υλικού, από τον οποίο, εκτός από άλλα μικρότερα έργα, προήλθε το κύριο βιβλίο του «Συμβολή στη μελέτη της εντομολογικής πανάδας του Αμαζονίου» (Λονδίνο, 1861). Στο έργο του αυτό ο Μπέιτς παρουσιάζει μια μεγάλη σειρά αποδείξεων υπέρ της ιδέας της εξέλιξης του κόσμου των εντόμων, των οποίων είχε μελετήσει πολύ τα μέσα επιβίωσης, ιδίως όσον αφορά τις πεταλούδες.
Αναφέρει π.χ. ότι μερικές από αυτές, ενώ δεν διέφεραν σε τίποτα από τις άλλες, εν τούτοις με διάφορα μέσα, όπως η αηδιαστική γεύση ή οσμή, κατόρθωναν να μη γίνονται λεία των πουλιών που δεν έτρωγαν ούτε τις όμοιές τους που δεν διέθεταν τις αποκρουστικές αυτές ιδιότητες. Επρόκειτο από μέρους των τελευταίων για επιλογή συντροφιάς που τους εξασφάλιζε την επιβίωση.
Πρέπει να σημειώσουμε ακόμα τα ονόματα του Τζόζεφ Ντάλτον Χούκερ (Josef Dalton Hooker) (1817-1911), του Άσα Γκρέυ (Asa Gray) (1810-1888) και προπαντός του μεγάλου θετικιστή φιλοσόφου, του Χέρμπερτ Σπένσερ (Herbert Spencer) (1820-1903). Αυτός είχε από το 1852 κιόλας διατυπώσει ένα είδος εξελικτικής θεωρίας, που θύμιζε πολύ Λαμάρκ, υποστηρίζοντας ότι το άτομο είναι αποτέλεσμα προσαρμογής στο περιβάλλον: κατά τη διάρκειά της το άτομο χρησιμοποιεί την προσαρμοστική εμπειρία των γενεών που προηγήθηκαν και που κληρονομεί ως «εμπειρία του είδους». Η εμπειρία αυτή κληρονομείται στους απογόνους του ατόμου εμπλουτισμένη με τη δική του προσωπική εμπειρία.
Στο βιβλίο του Δαρβίνου ο Σπένσερ δεν βρήκε μόνον την επιβεβαίωση των ιδεών του, αλλά και του φιλοσοφικού ρεύματος που ήταν ένθερμος θιασώτης: του θετικισμού που είχε ξεκινήσει από τη Γαλλία με τον Αύγουστο Καντ (1798-1857). Ο Σπένσερ έγινε ένθερμος υποστηρικτής της δαρβινικής θεωρίας που επέκτεινε και ανέπτυξε, μολονότι δεν ήταν βιολόγος, στα έργο του «Αρχές βιολογίας» (Λονδίνο, 1864).

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Τους πιο φανατικούς όμως δαρβινιστές θα συναντήσουμε στη Γερμανία. Πρώτος ο Φριτς Μίλερ (Fritz Müller) (1821-1897) αναζήτησε αποδείξεις και επιχειρήματα υπέρ της εξέλιξης μελετώντας τα οστρακόδερμα. Αυτός υποστήριζε ότι οι μορφές που περνούν τα έμβρυα αντιστοιχούν σε ισάριθμα στάδια της εξελικτικής ιστορίας των ζωντανών οργανισμών.
Την αντίληψη αυτή επανέλαβε ο Ερνστ Χέκελ (Ernst Häckel) (1834-1919), που αποκαλούσαν «ποντίφικα της Ιένας», δίνοντάς της το ηχηρό όνομα «θεμελιώδης βιογενετικός νόμος». Δεν στάθηκε όμως ικανός να την υποστηρίξει, γιατί έλειπε η επιστημονική σοβαρότητα. Οι παρατηρήσεις του υπήρξαν άλλοτε ατελείς, άλλοτε εσφαλμένες και άλλοτε τελείως φανταστικές, γεννήματα της αφέλειάς του ή δολίων προθέσεων. Διατεινόταν ότι είχε ανακαλύψει όλα τα στάδια της εξέλιξης των ζωντανών πλασμάτων από τα μονοκύτταρα μέχρι τον άνθρωπο.
Κάποτε, όμως, αποδείχθηκε ότι οι μονοκύτταροι οργανισμοί του, που τους είχε μάλιστα βαφτίσει «μονήρη» και τοποθετήσει στη βάση της εξέλιξης δεν ήταν παρά ιζήματα ανόργανης ύλης ή κακοπαρατηρημένα πρωτόζωα. Ίσως να μη μπορεί κανείς να αρνηθεί στον Χέκελ την ενθουσιώδη προσφορά του για τη διάδοση της θεωρίας της εξέλιξης. Το βέβαιο πάντως είναι ότι αν υπήρξε κάποιος υπεύθυνος για τη δυσφήμησή της είναι αυτός!

ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΤΟΥ ΔΑΡΒΙΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Οι κυριότεροι αντίπαλοι της θεωρίας της εξέλιξης παρουσιάστηκαν στις χώρες που τόσο εργάστηκαν για τη διάδοσή της: στη Γερμανία και τη Γαλλία.
Πολύ ισχυρός αντίπαλός της στη Γερμανία υπήρξε ο Άλμπερτ Βίγκαρτ (1821-1866), που στην πραγματεία του «Ο δαρβινισμός» (Μπράουνσβαϊγκ, 1874-1875) διατύπωσε τη σοβαρότερη και πιο έγκυρη μέχρι σήμερα κριτική της. Την αχίλλειο πτέρνα της ανακάλυψε στο πρόβλημα των αιτιών της επιλογής και των ποικιλιών των ειδών, και εναντίον της κατεύθυνε τα βέλη του.
Στη Γαλλία ο κυριότερος αντίπαλος του δαρβινισμού υπήρξε ο Ζαν Λουί Αρμάν ντε Κατρεφάζ ντε Μπρεό (Jean Louis Armand de Quatrefages de Bréau) (1810-1892). Αυτός υποκαθιστούσε τη θεωρία του Άγγλου φυσιοδίφη με έναν μεταρρυθμισμένο εθνικιστικό λαμαρκισμό, τάση που ακολούθησαν ακόμα οι Εντμόν Περιέ (Edmond Perrier) (1844-1921) και Αλφρέ Ζιράρ (Alfred Girard) (1846-1908), αλλά και τωρινοί ερευνητές.

















Στην Ιταλία η εισβολή του δαρβινισμού δεν είχε τον ορμητικό χαρακτήρα που παρουσίασε στην υπόλοιπη Ευρώπη. Επείγοντα πολιτικά προβλήματα συντάρασσαν τη χώρα, και η επιστημονική ενημέρωση ήταν πλημμελής. Πάντως και εκεί δημιουργήθηκε κάποια σχολή, της οποίας ηγείτο ο Φιλίππο ντε Φιλίππι (Filippo de Filippi) (1814-1867), που πρώτος παρουσίασε από έδρας τη νέα επαναστατική θεωρία το 1864 στο Τουρίνο. Τον ακολούθησε ο διάδοχός του Μικέλε Λεσόνα (Michele Lessona) (1823-1894) που άρχισε τη δημοσίευση στην ιταλική των έργων του Δαρβίνου, την οποία συνέχισε κατόπιν ο Τζιοβάνι Κανεστρίνι (Giovanni Canestrini) (1835-1900).












Υπό την επίδραση των βιβλίων αυτών δημιουργήθηκε μια εξελικτική θεωρία και στην Ιταλία με εκπροσώπους τον Πάολο Μαντεγκάτσα (Paolo Mantegazza) (1831-1910), τον Τσέζαρε Λομπρόζο (Cesare Lambroso) (1835-1909), τον Τζιουζέπε Σέρτζι (Giuseppe Sergi) (1841-1936) και πολλούς άλλους.
Στην κατεύθυνση αυτή αντιτάχθηκε ο νεοϊδεαλισμός του φιλόσοφου Μπενεντέτο Κρότσε (Benedetto Croce) με τον χαρακτηρισμό των επιστημονικών εννοιών ως «ψευδοεννοιών». Σ’ αυτό συνέβαλε ακόμα η μετριότητα, γενικότερα της φιλοσοφίας του ιταλικού θετικισμού και η αδιαφορία των επιστημόνων για τα φιλοσοφικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να γίνεται αισθητή μια διάσταση μεταξύ επιστήμης και φιλοσοφίας, επιστήμης και ουμανιστικού πολιτισμού.












*
Το πρόβλημα της γένεσης και της ανάπτυξης των ζωντανών οργανισμών, όπως είδαμε, απασχολούσε τον σκεπτόμενο άνθρωπο από τον καιρό του Αριστοτέλη. Για τη λύση του διατυπώθηκαν διάφορες θεωρίες, που όλες αποδείχθηκαν ανεπαρκείς, έστω και ύστερα από αιώνες, με την πρόοδο της επιστήμης. Τέτοια ήταν η τύχη π.χ. της θεωρίας της αυτόματης γένεσης, που έπρεπε να έρθει ο 19ος αιώνας για να καταρριφθούν από τον Βίρχοβ τα τελευταία της οχυρά.
Όσον αφορά, όμως, την ανάπτυξη των οργανισμών, ο Αριστοτέλης πάλι, παρόλο που ήταν, για ορισμένα τουλάχιστον ζωικά είδη, υπέρμαχος της ιδέας της αυτόματης γένεσης, έχει αφήσει καταπληκτικές πράγματι περιγραφές μερικών σταδίων της εμβρυικής ανάπτυξης, που είχε παρατηρήσει στο αυγό της κότας. Ύστερα από 18 και πλέον αιώνες μπορεί να δει κανείς στα έργα του Ακουαπεντέντε, Μαλπίγγι και Σπαλαντσάνι τη μόνιμη παρουσία του εμβρυολογικού προβλήματος. Δεν ήταν δυνατόν να μην έχει και στον τομέα αυτόν ο 19ος αιώνας το δικό του προοδευτικό μήνυμα.

ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ
Όπως είδαμε στα προηγούμενα, οι διαμάχες μεταξύ οπαδών του προσχηματισμού και της επιγένεσης, μεταξύ ωαριστών και σπερματοζωαριστών, κινδύνευσαν να μεταβάλλουν ένα πρόβλημα, που η λύση του είχε μόνη διέξοδο τη σοβαρή παρατήρηση, σε θέμα αφηρημένης πολεμικής. Τότε ακούστηκε η φωνή του σοβαρού επιστήμονα, του Κάσπαρ Φρίντριχ Βολφ (Caspar Friedrich Wolff), να ανακαλεί τους επιστήμονες του καιρού του στο σωστό δρόμο της εργαστηριακής έρευνας. Την πιο εύγλωττη ανταπόκριση στην έκκληση του Βολφ αποτελούν οι εμβρυολογικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν το 19ο αιώνα.
Ανάμεσα στους εμβρυολόγους του αιώνα αυτού ξεχωρίζει ο Ιταλός Μάουρο Ρουσκόνι (1766-1849). Η ζωή του σοφού αυτού υπήρξε δύσκολη, θα έλεγε κανείς θλιβερή, παρά την προστασία του μεγάλου της εποχής του, του Αντόνιο Σκάρπα. Όταν έχασε κάθε ελπίδα για μια έδρα στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, ο Ρουσκόνι, οπαδός του Κιβιέ από τότε που ήταν στο Παρίσι, αποσύρθηκε στην Καντενάμπια και αφοσιώθηκε με πάθος στις μελέτες του. Τα πορίσματά του δημοσίευσε σε συντομία σε ελάχιστα αντίτυπα, πράγμα που δεν επέτρεπε τη διάδοση που τους άξιζε.
Στη μελέτη του για τον Πρωτέα (Παβία, 1819), αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται για προνυμφική μορφή, αλλά για τέλειο ζώο που έχει διατηρήσει τα βράγχια που χαρακτηρίζουν το στάδιο του γυρίνου. Στο έργο του «Περί της ανάπτυξης του βατράχου», που δημοσιεύθηκε γαλλικά (Μιλάνο, 1826), θέτει τις βάσεις της νεώτερης εμβρυολογίας. Στο πολύ ωραία εικονογραφημένο αυτό βιβλίο, πράγμα που ισχύει και για το προηγούμενο έργο του, ο Ρουσκόνι ανακοινώνει μια από τις βασικές ανακαλύψεις στον τομέα της εμβρυολογίας: κατόρθωσε να παρατηρήσει ότι το ωόν (το γονιμοποιημένο ωάριο) υφίσταται αλλεπάλληλες διαιρέσεις σε τμήματα που ο αριθμός τους αυξάνεται κατά γεωμετρική πρόοδο με λόγο 2 (τα 2 τμήματα γίνονται 4, τα 4 γίνονται 8, τα 8 γίνονται 16 κοκ.). Το φαινόμενο ερμήνευσε ως «εγχείρημα με το οποίο η φύση ετοιμάζει τα στοιχειώδη μόρια των κυριότερων συστημάτων» του μελλοντικού ώριμου ζώου.
Πριν από τη διατύπωση της κυτταρικής θεωρίας, δεν υπάρχει πιο σαφής διατύπωση της σημασίας που έχει η κατάτμηση του ωού. Ο Ρουσκόνι, όμως, δεν σταμάτησε εκεί. Κατόρθωσε να περιγράψει ακόμα με καταπληκτική ακρίβεια τα διαδοχικά στάδια του σχηματισμού του εμβρύου που μπορούσαν να παρατηρηθούν χωρίς τη βοήθεια του μικροσκοπίου, καθώς και διάφορα εμβρυικά όργανα, όπως ο βλαστοπόρος και το ομφαλικό κυστίδιο.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ
Η τιμή όμως για τη μεγαλύτερη εμβρυολογική ανακάλυψη του 19ου αιώνα, ίσως και όλων των εποχών, ανήκει στον Εσθονό Καρλ Ερνστ φον Μπερ (Karl Ernst von Bär) (1792-1876). Πρόκειται για την ανακάλυψη του ωαρίου των θηλαστικών που ανακοίνωσε με τη σύντομη πραγματεία του «Περί της προέλευσης του ωού των θηλαστικών και του ανθρώπου», δημοσιευμένη στη Λειψία το 1827. Στο μικρό αυτό έργο ο Μπερ διορθώνει το σφάλμα του Ρενιέ ντε Γκράαφ που είχε θεωρήσει ως ωάριο το ωοθυλάκιο: το ωάριο περιέχεται στο ωοθυλάκιο και είναι πολύ μικρότερό του.
Με την ανακάλυψη αυτή κατέπεσε η παλαιά αντίληψη ότι τα θηλαστικά σε αντίθεση με τα πτηνά, τα ερπετά, τα αμφίβια κλπ, δεν γεννιούνται από αυγό και η εμβρυολογία οδηγήθηκε στο σημερινό της επίπεδο.
Η μεγαλύτερη όμως καινοτομία του Μπερ ήταν η εισαγωγή στην εμβρυολογία των κριτηρίων της συγκριτικής ανατομικής, γεγονός που αποτέλεσε τον προάγγελο ανακαλύψεων που θα ακολουθούσαν ύστερα από πολλές δεκάδες ετών. Με τη μέθοδο αυτή κατόρθωσε πράγματι να ερμηνεύσει σωστά διάφορα εμβρυολογικά φαινόμενα, όπως την παρουσία βραγχιακών σχισμών στα έμβρυα των ερπετών, των πτηνών και των θηλαστικών, τις οποίες συνέκρινε με τις αντίστοιχες των ψαριών. Με την ίδια μέθοδο ο Μπερ ανακάλυψε στα αρχικά στάδια της ανάπτυξης του εμβρύου το σχηματισμό των βλαστικών δερμάτων.
Όταν ο Εσθονός σοφός εμβάθυνε τόσο στα προβλήματα της εμβρυολογίας, πίστεψε ότι μπορούσε να διατυπώσει κάποια άποψη που η κακή ερμηνεία της υπήρξε εν μέρει υπεύθυνη για τον «θεμελιώδη βιογενετικό νόμο» του Χέκελ. Ο Μπερ είχε παρατηρήσει ότι τα έμβρυα διαφορετικών ζώων έμοιαζαν σε ορισμένη φάση της ανάπτυξής τους τόσο ώστε εύκολα να συγχέονται μεταξύ τους. Με αφετηρία την παρατήρηση αυτή διατύπωσε την άποψη ότι ακόμα και ζώα τελείως διαφορετικά στο στάδιο της ωριμότητας, όπως είναι μεταξύ τους τα πουλιά, τα ερπετά και τα ψάρια, αν τα παρακολουθήσουμε στην αρχή της ύπαρξής τους, θα φτάσουμε σε κάποιο στάδιο της εμβρυικής τους ανάπτυξης στο οποίο μοιάζουν απόλυτα.
Την άποψη αυτή ενός αντιπάλου μάλιστα της θεωρίας της εξέλιξης, όπως ο Μπερ, πήραν οι οπαδοί της, ειδικά ο Χέκελ, για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι όπως στην ιστορία της εξέλιξης περνούμε από τις κατώτερες μορφές στις ανώτερες, έτσι και στην ανάπτυξη του εμβρύου των ανώτερων ζώων συναντάμε στάδια που δεν είναι παρά μια γρήγορη επανάληψη της εξέλιξης του είδους από τις αρχές του μέχρι την εποχή μας.

ΕΝΑΣ ΠΟΛΥΤΙΜΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ
Οι εμβρυολογικές έρευνες του φον Μπερ είχαν γίνει στο έμβρυο της κότας, όπως και οι σχετικές παρατηρήσεις του Αριστοτέλη, που βρίσκονται καταχωρημένες στις θαυμάσιες σελίδες του έργου του «Περί ζώων γενέσεως», όπως και οι μελέτες του Ακουαπεντέντε και του Μαλπίγγι. Στην έρευνα του εμβρύου της όρνιθας κατεύθυνε ο φον Μπερ κι έναν από τους μαθητές του τον Χάινριχ Κρίστιαν Πάντερ (Heinrich Christian Pander) (1794-1865), ο οποίος και εκτέλεσε για λογαριασμό του διδασκάλου του τις παρατηρήσεις (αλλά χωρίς να μπορέσει να δώσει ερμηνεία) που εκείνος εξέθεσε στο έργο του «Περί της εμβρυικής ανάπτυξης των ζώων» (Königsberg, 1827-1837).
Έτσι ο Πάντερ που συνέβαλε, χωρίς να το φαντάζεται, στις εμβρυολογικές μελέτες του διδασκάλου του, βέβαιος ότι θα εξακολουθούσε να ζει κάτω από τον ίσκιο του, εγκατέλειψε τη βιολογία για να αφοσιωθεί στη γεωλογία.

ΕΝΑ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΠΝΕΥΜΑ
Όμως στις σελίδες του έργου του μεγάλου εμβρυολόγου, παράλληλα με τις λαμπρές συλλήψεις και τις μοναδικές ανακαλύψεις, συναντά κανείς και σημεία κατώτερα της επιστημονικής του αξίας και του κύρους του. Πρόκειται για τις σελίδες που εκθέτει απόψεις επηρεασμένες βαθειά από τη λεγόμενη «φιλοσοφία της φύσης» και τις αφηρημένες γενικότητές της. Με τις ιδέες της για τη φύση και τη ζωή ήταν διαποτισμένος ο φον Μπερ, πράγμα που είχε αρνητική επίδραση στις απόπειρες του για γενετικές ερμηνείες των παρατηρήσεών του.
Διαφορετικός ήταν ο δρόμος του διαδόχου του στην έδρα της Königsberg, του Μάρτιν Χάινριχ Ράτκε (1793-1860), που διαδέχθηκε τον Μπερ ,όταν αυτός έφυγε το 1834 για την Πετρούπολη όπου του πρόσφεραν μια πανεπιστημιακή έδρα. Ο Ράτκε ήταν εκείνος που ανακάλυψε τις βραγχιακές σχισμές στα έμβρυα πτηνών και θηλαστικών, ανακάλυψη που ερμηνεύτηκε σωστά και πάλι από τον Μπερ.
Η προσφορά όμως του Ράτκε είναι άλλη. Χωρίς το φορτίο των θεωριών της «φιλοσοφίας της φύσης» του προκατόχου του, σύμφωνα με τις οποίες στη φύση δεν παρατηρείται ποτέ οπισθοδρόμηση, αλλά μόνον πρόοδος με τελικό στόχο το Απόλυτο, που είναι σύνθεση υποκειμένου και αντικειμένου, φαινομένων και πνεύματος, διαπίστωσε περιπτώσεις «παλίνδρομων μεταμορφώσεων». Παρατήρησε έτσι ότι ορισμένα όργανα μικραίνουν και τελικά εξαφανίζονται, λόγω μεταβολών στη ζωή του ζώου. Η εξαφάνιση, πάντα κατά τον Ράτκε, ακολουθείτο από την ανάπτυξη άλλων οργάνων και λειτουργιών, πιο κατάλληλων για τις νέες ανάγκες του ζώου. Το κλασικό παράδειγμα ήταν η εξαφάνιση της ουράς των γυρίνων στους βατράχους και των βραγχίων, που ακολουθείται από τον σχηματισμό πνευμόνων.
Η άποψη αυτή του Ράτκε μπορεί να θεωρηθεί ως διεκδίκηση της αυτονομίας της επιστήμης από κάθε αφηρημένη φιλοσοφική τοποθέτηση και ως επισήμανση του κινδύνου που σήμαιναν για την επιστήμη οι επιδράσεις της «φιλοσοφίας της φύσης». Για να απαλλάξουν την επιστήμη από κάποια ανάλογα δεσμά του μεσαίωνα είχαν αγωνιστεί και θυσιαστεί πάρα πολλοί επιστήμονες και θα ήταν απαράδεκτή η επάνοδος σε μια κατάσταση πραγμάτων που καθόλου δεν θα διέφερε. Αυτή ακριβώς υπήρξε η μεγαλύτερη προσφορά του Ράτκε.
*
Η θεωρία του Δαρβίνου άσκησε αποφασιστική επίδραση σε όλους τους ιατρικούς κλάδους, συνεπώς και στην εμβρυολογία. Έμεινε όμως να λυθεί το πρόβλημα των αιτιών της εξέλιξης. Ύστερα από την κατάρριψη της θεωρίας του Λαμάρκ, που απέδιδε την εξέλιξη στην επίδραση των μεταβολών του περιβάλλοντος, τα αίτιά της αναζητήθηκαν στα αίτια της φυσικής επιλογής που αποτελούσε τη βάση της δαρβινικής θεωρίας. Έτσι το θέμα μετατίθεται στην αναζήτηση των αιτιών της επιλογής, χάρη στην οποία κατορθώνεται η επιβίωση ορισμένων ατόμων από κάθε είδος, πράγμα που δίνει, κατά τον Δαρβίνο, την κατεύθυνση στο φαινόμενο της εξέλιξης. Και για να έρθουμε σε συγκεκριμένο παράδειγμα: ποιος είναι ο λόγος που μια πεταλούδα που κινδυνεύει να αποτελέσει τροφή των εχθρών της, υφίσταται την επίδραση της επιλογής και εξελίσσεται συγχρόνως έτσι που να αποκτήσει τελικά την εμφάνιση των πεταλούδων που δεν μπορούν να φαγωθούν από τους εχθρούς τους και να εξασφαλίσει την επιβίωσή της μέσα στο εχθρικό περιβάλλον;

ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΝΤΟΛΟΓΙΑ
Η εξελικτική ιστορία των διάφορων ζωικών ομάδων στηρίχθηκε βασικά στα απολιθώματα. Η συμβολή της παλαιοντολογίας υπήρξε βασική για την ίδια τη γένεση της ιδέας της εξέλιξης. Αντίστροφα, η εξελικτική θεωρία με την εισαγωγή της στην παλαιοντολογία, που είχε διαμορφώσει η μεγαλοφυΐα του Κιβιέ, την μετέβαλε σε βιολογική επιστήμη πρώτης τάξης, και σε συνδυασμό με την συγκριτική ανατομική συνετέλεσε σημαντικά στην πρόοδό της. Χάρις ακριβώς στην παλαιοντολογία έχουμε τη μόνη διαθέσιμη αναπαράσταση του μεγάλου μωσαϊκού της ιστορίας της ζωής επάνω στη γη, και για τους εξελικτικούς τη μοναδική δυνατότητα παρακολούθησης της καταγωγής των ζωντανών πλασμάτων που κατοικούν σήμερα στη γη.
Στο γιγάντιο αυτό έργο της παλαιοντολογίας διέθεσαν την ευφυΐα και τον μόχθο τους πολλοί σοφοί του 19ου αιώνα, όπως ο Λούντβιχ Ρυτιμάγιερ (1825-1895), ο Καρλ Άλφρεντ φον Τσίτελ (Karl Alfred von Zittel) (1839-1904) και ο Βλαντιμίρ Κοβαλέφσκι (1843-1883), που συνέλαβε περισσότερο από κάθε άλλον τη σημασία της παλαιοντολογίας, πλαισιωμένης από την έννοια της φυλογονίας.
Αλλά δεν τελειώνουμε με τα ονόματα αυτά, αν δεν αναφέρουμε τον Όθνιελ Τσαρλς Μαρς (Othniel Charles Marsh) (1831-1899), τον πρώτο που αποκατάστησε πλήρως το γενεαλογικό δέντρο του σημερινού αλόγου και τον Λουί Ντολλό (1857-1911), που μελέτησε τους γιγάντιους ιγουανόδοντες του Βελγίου, και έβγαλε τον ομώνυμο νόμο του: «οποιοδήποτε είδος ζωντανού πλάσματος σε ορισμένο στάδιο εξέλιξης, ποτέ δεν επιστρέφει σε στάδιο που είχε περάσει νωρίτερα». Ο Ντολλό είναι επιπλέον ο ιδρυτής της παλαιοντολογικής οικολογίας.
Χάρις στη δραστηριότητα τόσων μεγάλων παλαιοντολόγων, συγκεντρώθηκε τεράστιος όγκος υλικού, ανάμεσα στον οποίον συγκαταλέγονται μοναδικά ευρήματα, όπως το απολίθωμα της «αρχαιοπτέρυγας της λιθογραφικής», που από το 1861 θεωρήθηκε συνδετικός εξελικτικός κρίκος ερπετών και πτηνών.
Μπορεί τώρα να φανταστούμε την αναστάτωση που ακολούθησε η ανακάλυψη στην Ιάβα το 1892 από τον Ολλανδό Ευγένιο Ντυμπουά των απολιθωμάτων αυτού που ονομάστηκε «πιθηκάνθρωπος ο όρθιος», και που θεωρήθηκε από τους αρχαιότερους πρόγονους του ανθρώπου. Η αποστροφή του Χάξλεϊ προς τον Γουίλμπεφορς φαινόταν να επιβεβαιώνεται πολύ πιο σύντομα από ό,τι περίμενε ο φίλος του Δαρβίνου και υπέρμαχος της θεωρίας του.

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΙΟ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΑ
Με κάθε νέα παλαιοντολογική ανακάλυψη που προστίθετο στον όγκο των ευρημάτων που είχαν μέχρι τότε συσσωρευτεί, φαινόταν να επιβεβαιώνεται η εξελικτική θεωρία. Ο πίνακας όμως της φυλογονίας εξακολουθούσε να παρουσιάζει κενά αγεφύρωτα. Μερικές βαθμίδες της εξελικτικής κλίμακας φαίνονταν να ακολουθούν αδιάκοπη συνέχεια, όπως έγινε όταν το πτερωτό ερπετό, ο αρχαιοπτέρυξ (archeopteryx), βρήκε θαυμάσια τη θέση της μεταξύ ερπετών και πτηνών.
Καθώς όμως ο φυλογενετικός πίνακας πλουτιζόταν, το πρόβλημα των αρχικών αιτιών γινόταν πιο πιεστικό. Οι υποθέσεις που φιλοδοξούσαν να αποτελέσουν τη λύση του συνεχώς πλήθαιναν, αλλά και αντιμάχονταν η μία την άλλα.
Στη διατύπωση των υποθέσεων αυτών έλαβαν μέρος οι νέες σχολές: οι νέο-λαμαρκιστές και οι νέο-δαρβινιστές. Οι πρώτοι, από τους οποίους πρέπει να αναφέρουμε τον Αλφρέ Ζιάρ (1846-1908), τον Εντμόν Περιέ (1844-1921) και τον Γκαστόν Μπουνιέ (1853-1922), στην τάση τους να εθνικοποιήσουν τον δαρβινισμό, είχαν ξαναφέρει στο φως της ημέρας τις ιδέες του Λαμάρκ. Αυτοί ασκούσαν λυσσώδη πολεμική εναντίον των δεύτερων, που είχαν με τη σειρά τους θεωρήσει απαραίτητο να τροποποιήσουν και να εκσυγχρονίσουν τη διδασκαλία του Δαρβίνου.

ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΔΑΡΒΙΝΙΣΤΕΣ
Ο νεοδαρβινισμός με ιδρυτή του τον Άουγκουστ Βάισμαν (August Weismann) (1834-1914) αντιτασσόταν στους δαρβινιστές που ακολουθώντας τον Χέκελ ζητούσαν να συνδέσουν λαμαρκισμό και δαρβινισμό, δίνοντας στο περιβάλλον περισσότερη σημασία από την επιλογή. Ο Βάισμαν κατόρθωσε να αποδείξει, πράγμα που αποτελεί τη μεγαλύτερη προσφορά του, ότι οι ιδιότητες που αποκτά το άτομο υπό την επίδραση του περιβάλλοντος, δηλαδή οι επίκτητες ιδιότητες, δεν κληρονομούνται. Με θαυμαστή υπομονή έκοβε τις ουρές σε μια ομάδα ποντικών επί γενεές, χωρίς να γεννηθεί έστω κι ένας ποντικός κολοβός.
Το πείραμα αυτό, όσο κι αν επικρίθηκε από τους νέο-λαμαρκιστές, μπορεί να μην έδωσε την πλήρη απόδειξη της πλάνης του λαμαρκισμού, αλλά επιβεβαίωσε την άποψη του Βάισμαν ότι ο νέο-λαμαρκισμός δεν είχε να προσφέρει κάτι το θετικό και αναμφισβήτητο.
Στον Βάισμαν όμως οφείλεται και κάτι άλλο σημαντικό: η θεωρία της συνέχειας του «βλαστοπλάσματος» που επιβεβαιώθηκε με τις νεώτερες έρευνες. Κατά τη θεωρία αυτή, τα αναπαραγωγικά κύτταρα ξεχωρίζουν κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του εμβρύου και αποτελούν μια σειρά «δυνάμει» αθάνατη, που συνεχίζεται από γενιά σε γενιά. Με άλλα λόγια, τα γεννητικά κύτταρα που βρίσκονται κλεισμένα στο σώμα περιέχουν κιόλας μέσα τους τούς χαρακτήρες ενός νέου σώματος. Δεν τα παράγει τα σώμα, που δεν είναι τίποτα άλλο από το όργανο με τη βοήθεια του οποίου εξασφαλίζεται η παραγωγή από ένα αυγό ενός άλλου αυγού. Μέσα στο σώμα το «σπέρμα» βρίσκει για ορισμένο διάστημα προστασία από τις επιδράσεις του περιβάλλοντος, που μπορούν να πλήξουν και να αλλοιώσουν το σώμα όχι όμως και το «σπέρμα». Βασισμένος στις παρατηρήσεις του βοτανικού Καρλ Βίλχελμ Νέγκελι (1817-1891), ο Βάισμαν έκανε τη σκέψη ότι η επιλογή δρα στην επιμιξία δύο διαφορετικών βλαστοπλασμάτων, δύο σειρών κληρονομικών χαρακτήρων που προέρχονται από διαφορετικά άτομα. Την επιμιξία αυτή ονόμασε «αμφιμιξία», με τον όρο που εξακολουθεί και σήμερα να είναι γνωστή, επικυρωμένη από τις νεώτερες έρευνες.

13/6/09

Τα ανθρώπινα απολιθώματα [81]

Δεν ήταν όμως μόνον τα ζώα που είχαν αφήσει τόσο εύγλωττα απολιθώματα μέσα στα σπλάγχνα της γης. Ήταν και ο άνθρωπος που ξαναζούσε μέσα από τη γη μπροστά στα μάτια των επιστημόνων με τα απολιθωμένα υπολείμματά του, δημιουργώντας προβλήματα που είχε διατυπώσει ο Κιβιέ.
Τα ανθρώπινα απολιθώματα δεν είχαν πάντοτε τύχη. Έτσι ο Γιοχάνες Γιάκομπ Σόιχτσερ (Johannes Jacob Scheuchzer) (1672-1733) είχε περιγράψει για σκελετό ανθρώπου, θεωρώντας τον μάλιστα τεκμήριο απόδειξης του κατακλυσμού, τον απολιθωμένο σκελετό γιγάντιας σαλαμάνδρας, πράγμα που απέδειξε με ευκολία ο Κιβιέ. Το κακό ήταν ότι τα απολιθώματα ανθρώπων ήταν σχετικά σπάνια. Ο Κιβιέ και η σχολή του δεν τους απέδιδαν καμιά σημασία, γιατί πίστευαν ακράδαντα ότι ο άνθρωπος, κορωνίδα της δημιουργίας, εμφανίστηκε στη γη μόνο μετά τον τελευταίο κατακλυσμό, άρα σε πολύ πρόσφατη εποχή.

ΕΝΑΣ ΕΥΦΥΗΣ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟΣ
Το 1838 στη μικρή πόλη Αμπεβίλλ της Β. Γαλλίας, ήταν τελώνης ο Μπουσέ ντε Περτ (1788-1886), αυτοδίδακτος και μανιώδης συλλέκτης απολιθωμάτων και αρχαιολογικών ευρημάτων. Το έτος αυτό, βρήκε στο ίδιο γεωλογικό στρώμα με τα απολιθώματα ενός μαμούθ, απολιθωμένα οστά που έμοιαζαν να ανήκουν σε άνθρωπο. Από τη στιγμή όμως που μαζί τους ανακάλυψε και εργαλεία, κατέληξε με απόλυτη βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι τα απολιθώματα ήταν οπωσδήποτε ανθρώπινα. Δεδομένου δε ότι βρέθηκαν στο ίδιο στρώμα με τα οστά του γιγάντιου θηλαστικού, έπρεπε αναγκαστικά ο άνθρωπος στον οποίο ανήκαν να ζούσε την ίδια εποχή με το μαμούθ. Ο Κιβιέ και η σχολή του χαρακτήρισαν απλά σαν παραδοξολογίες τις υποθέσεις ενός ταπεινού αυτοδίδακτου, πράγμα που έρχεται σε οξεία αντίθεση με την όλη προσωπικότητα του Κιβιέ. Η στάση αυτή του μεγάλου σοφού έγινε αφορμή μεγάλης καθυστέρησης στην πρόοδο των παλαιοντολογικών ερευνών.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΙΑΣ
Το 1859 μια ομάδα από Άγγλους γεωλόγους που περιλάμβανε και τον Τσαρλς Λάιελ (Charles Lyell) (1797-1875) έκανε επιτόπια έρευνα εκεί που ο Περτ είχε πραγματοποιήσει τις ανακαλύψεις του, δίνοντας έτσι την απαιτούμενη επιστημονική βαρύτητα στην υπόθεση του ασήμαντου ερασιτέχνη.
Ανάμεσα στους επιστήμονες αυτούς ήταν και ο Εντουάρ Λαρτέ (1801-1871), ο σοφός που χάρις στις έρευνές του καθόρισε δύο σημαντικές περιόδους της προϊστορίας του ανθρώπου: την «ορινιάκιο» και τη «μαγδαλήνια» (από τα ονόματα των σπηλαίων Ορινιάκ και Μαντελέν που έκανε τις ανασκαφές του). Ο Λαρτέ ανακάλυψε στον τόπο των ερευνών του Περτ ένα τεμάχιο ελεφαντοστού που είχε επάνω του χαραγμένες μορφές μαμούθ: ήταν η επιβεβαίωση ότι ο άνθρωπος ζούσε συγχρόνως με τα τεράστια εκείνα μαστοφόρα, αφού είχε χαράξει τη μορφή τους, έστω και με πρωτόγονο τρόπο, σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Ήταν συγχρόνως η επιβεβαίωση μιας μακρινής υπόθεσης, που είχε διατυπωθεί τον 16ο αιώνα από τον Μικέλε Μερκάτι (Michele Mercati) (1541-1593) ότι μερικές σχίζες από πυριτόλιθο δεν ήταν αποτέλεσμα της ενέργειας των κεραυνών, όπως πιστευόταν, αλλά έργο προκατακλυσμιαίων ανθρώπων.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΚΙΒΙΕ ΚΛΟΝΙΖΕΤΑΙ
Κάτω από τα πλήγματα των νέων ανακαλύψεων και τη δύναμη των νέων υποθέσεων που χρησιμοποιούσαν άφθονα παλαιοντολογικά και γεωλογικά τεκμήρια, η γενική θεωρία του Κιβιέ αρχίζει να κλονίζεται. Αν ο άνθρωπος αποδεδειγμένα δεν εμφανίστηκε στην επιφάνεια της γης τόσο όψιμα όσο πίστευε ο Κιβιέ. Αν συνεπώς το σημείο αυτό της θεωρίας του ήταν εσφαλμένο, κάθε υπόνοια θα ήταν δικαιολογημένη και ως προς την ορθότητα της υπόλοιπης θεωρίας του και ιδίως της βασικής της ιδέας, της ιδέας των κατακλυσμών.
Τα πρώτα δειλά πλήγματα εναντίον της ιδέας αυτής προέρχονταν από γεωλόγους που είχαν σκεφθεί ότι η ενέργεια φυσικών παραγόντων που εξακολουθούν να δρουν και σήμερα, όπως το νερό, οι άνεμοι, οι ηφαιστειακές εκρήξεις, αν παραταθεί για μακρό χρονικό διάστημα, προκαλεί τέτοιες μεταβολές, ώστε η εικόνα τους υποβάλλει την εντύπωση ότι προηγήθηκε κάποιος κατακλυσμός.
Η «συγχρονιστική» αυτή θεωρία που υπέθετε για το παρελθόν φαινόμενα που η επαλήθευσή τους τοποθετείται στη σύγχρονη εποχή, είχε ως κύριο ερμηνευτή της τον Τσαρλς Λάιελ που πρώτος είχε δεχθεί την υπόθεση του Περτ και με τις «Αρχές της γεωλογίας» του (Λονδίνο, 1830-1833) και τη φιλία του με τον Κάρολο Δαρβίνο, υπήρξε από τους κυριότερους εμπνευστές της δαρβινικής θεωρίας.

Η ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΣΕΙΣΜΟΥ
Στις 24 Νοεμβρίου 1859, συνέβη αναστάτωση στο βιβλιοπωλείο του εκδότη Μάρεϊ στο Λονδίνο. Το πλήθος που συνωθούταν, μέσα σε λίγες ώρες είχε εξαντλήσει και τα 1.200 αντίτυπα του βιβλίου που ήταν η αφορμή του θορύβου. Επρόκειτο για την «Καταγωγή των ειδών δια της φυσικής επιλογής» του Κάρολου Δαρβίνου, που ερχόταν να ανατρέψει όλα τα παραδεδεγμένα στα πεδία της φυσικής ιστορίας, της παλαιοντολογίας, της βιολογίας και της ιατρικής. Ο μεγαλοφυής συγγραφέας του βιβλίου, ο Κάρολος Δαρβίνος (Charles Darwin), που όταν ήταν μαθητής, όπως ο ίδιος ομολογεί στην «Αυτοβιογραφία» του, θεωρείτο από τους μέτριους, γεννήθηκε στο Στρούσμπερι το 1809 από πατέρα γιατρό, γιο κι εκείνον γιατρού. Από αυτόν τον τελευταίο, τον παππού του, τον Έρασμο Ντάργουιν, είχε αποκτήσει τις πρώτες ιδέες περί της εξέλιξης των ειδών, διαβάζοντας το βιβλίο του «Ζωονομία ή νόμοι της οργανικής ζωής», καθώς και από τον λαμαρκιστή φίλο του Γκραντ.
Όταν ο Δαρβίνος πρωτοδιάβασε τη «Ζωονομία» του παππού του δεν του έκανε εντύπωση: θεώρησε δυσανάλογα μεγάλο το θεωρητικό της μέρος σε σύγκριση με τα πρακτικά της παραδείγματα. Το γεγονός όμως ότι άκουε να επαινούν τις εξελικτικές θεωρίες που διατυπώνονταν στο βιβλίο του παππού του, τον προδιάθεσε ευνοϊκά απέναντί τους, ώστε να τις αναπτύξει ο ίδιος αργότερα με διαφορετική μορφή. Στο μεταξύ, απελπισμένος ο πατέρας ότι ο γιος δεν θα γινόταν ποτέ γιατρός, τον έστειλε για ένα διάστημα να σπουδάσει θεολογία. Όταν ύστερα από μερικά χρόνια διηγείται ο ίδιος ο Δαρβίνος τις σύντομες θεολογικές εμπειρίες του, εκφράζει την απορία του πώς τότε δεν είχε καταλάβει το αντίθετο με την κοινή λογική του, να πιστεύει δηλαδή σε ό,τι δεν μπορούσε να εννοήσει, σε ό,τι από τη φύση του ήταν ακατανόητο. Και διηγείται πως κάποια γερμανική ψυχολογική εταιρεία του είχε ζητήσει μέσω του γραμματέα της φωτογραφία του και πως ύστερα από λίγο καιρό του είχαν στείλει πρακτικά μιας δημόσια συζήτησης σχετικά με το σχήμα... της κεφαλής του: είχαν διακρίνει επάνω της την... προεξοχή που κατά τη γνώμη τους πρόδιδε τη θρησκευτική κλίση, αλλά τόσο μεγάλη, όση θα αρκούσε για... δέκα κληρικούς.
Τα τρία χρόνια που πέρασε ο Δαρβίνος στο Κέμπριτζ σπουδάζοντας θεολογία, τα χαρακτηρίζει ο ίδιος χαμένο χρόνο, όπως ακριβώς και τα χρόνια που είχε αρχίσει να σπουδάζει ιατρική στο Εδιμβούργο και τα χρόνια που πήγαινε στο σχολείο!

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΣΤΙΣ ΦΥΣΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ
Ίσως να ήταν πράγματι χαμένος χρόνος οι ακαδημαϊκές σπουδές του Δαρβίνου στο Κέμπριτζ. Εκείνο που προφανώς δεν πήγε χαμένο ήταν οι ελεύθερες ώρες του. Τότε σύχναζε στου καθηγητή Τζων Στίβενς Χένσλοου, αξιόλογου φυσιοδίφη, που διακρίνοντας το πάθος του νεαρού σπουδαστή για τις φυσικές επιστήμες, τον συμβούλευε και τον δίδασκε πολλά χρήσιμα πράγματα, κατευθύνοντάς τον στοργικά στο δρόμο της επιστήμης που τον γοήτευε.

Ο ΓΥΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ο Χένσλοου υπήρξε εκείνος που το 1831 συμβούλευσε τον Δαρβίνο να επιβιβαστεί σ’ ένα τρικάταρτο μπρίκι 240 τόνων, το «Μπιγκλ», που με καπετάνιο τον Φίτζροϊ ξεκινούσε από το Ντίβονπορτ με ειδική αποστολή τον έλεγχο προβλημάτων γύρω από τα γεωγραφικά πλάτη και μήκη. Ο πλοίαρχος ήθελε ακριβώς να φιλοξενήσει στην καμπίνα του ένα φυσιοδίφη και το πιο κατάλληλο πρόσωπο θα ήταν ο Δαρβίνος. Αφού κατόρθωσε να πείσει τον πατέρα του, επιβιβάστηκε στο «Μπιγκλ» και στις 27 Δεκεμβρίου 1831 άρχισε το ταξίδι που θα σφράγιζε τη ζωή του, καθιερώνοντάς τον ως επιστήμονα.
Το ταξίδι με το «Μπιγκλ», που είχε τέτοια χάλια ώστε οι 60 του πληρώματος να το αποκαλούν «φέρετρο», κράτησε πέντε χρόνια. Στο διάστημα αυτό ο Δαρβίνος συγκέντρωσε τεράστιο όγκο δειγμάτων από τη χλωρίδα και την πανίδα των πιο διαφορετικών τόπων: από την Τενερίφη, τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου, τις νοτιότερες ακτές της Ν. Αμερικής, τα νησιά Γκαλαπάγκος, την Ταϊτή, τη Ν. Ζηλανδία, την Αυστραλία, την Τασμανία, το νησί του Μαυρικίου, το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας, το νησί της Αγ. Ελένης και τις Αζόρες. Γύρισε στο Φάλμουθ της Αγγλίας στις 2 Οκτωβρίου 1836, έχοντας αποθησαυρίσει μια σειρά από παρατηρήσεις, που ήταν θεμελιώδεις για τη σύλληψη και την οριστική διατύπωση της θεωρίας του για την εξέλιξη.
Μια ενθουσιώδη περιγραφή του ταξιδίου αυτού έδωσε ο Δαρβίνος στο βιβλίο του «Ταξίδι φυσιοδίφη ανά τον κόσμο», που δημοσιεύθηκε το 1839. Κατά τη διάρκειά του, διαβάζοντας τις σελίδες του μεγάλου έργου του Λάιελ, συνέλαβε το πρώτο σχέδιο μιας θεωρίας της εξέλιξης των ζωικών ειδών. Διηγείται ο ίδιος:
«Στο ταξίδι μου με το ‘Μπιγκλ’ μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ανακάλυψη μέσα στην Πάμπα απολιθωμάτων μεγάλων ζώων, καλυμμένων από θώρακες που έμοιαζαν με τους θώρακες των ζωντανών αρμαδίλων. Επίσης μου έκανε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίον ζώα πολύ συγγενικά διαδέχονταν το ένα το άλλο, καθώς προχωρούσαμε προς τα νότια της ηπείρου και τέλος το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των ζωικών ειδών του αρχιπελάγους των νησιών Γκαλαπάγκος είχαν χαρακτήρες καθαρά νοτιοαμερικανικούς και προπάντων ότι σε κάθε νησί της ομάδας εμφανίζονταν με μικρές διαφορές των χαρακτήρων, παρόλο που κανένα από αυτά τα νησιά δεν παρουσιάζεται γεωλογικά πολύ παλαιό. Προφανώς, γεγονότα σαν κι αυτά και πολλά άλλα θα μπορούσαν να εξηγηθούν με την υπόθεση ότι τα ζωικά είδη μεταβάλλονταν βαθμιαία. Η σκέψη αυτή με τυραννούσε».
Γυρίζοντας στην Αγγλία παντρεύτηκε την κόρη του θείου του Τζοσάια Γουέτζγουντ, στην παρέμβαση του οποίου οφειλόταν προπαντός η άδεια του πατέρα του για το ταξίδι με το «Μπιγκλ». Μετά κι από αυτό ο Δαρβίνος επιδίδεται με πάθος στη μελέτη και την αναζήτηση αναντίρρητων αποδείξεων για την ορθότητα των ιδεών του.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ
Παρακολουθώντας ο Δαρβίνος προσεκτικά την προσπάθεια των κτηνοτρόφων και των ανθοκόμων να παράγουν με τις κατάλληλες διασταυρώσεις νέα είδη, πίστεψε ότι είδε σ’ αυτήν την επιβεβαίωση της θεωρίας του και τις πρώτες έγκυρες αποδείξεις της. Μετά από ακαταπόνητη εργασία χρόνων, που παραλίγο να πάει χαμένη εξαιτίας του έργου του Γουάλας, για το οποίο μιλήσαμε παλαιότερα, δημοσίευσε το 1859 στο Λονδίνο το έργο του «Καταγωγή των ειδών δια της φυσικής επιλογής», το καλύτερο, κατά τη γνώμη πολλών και του ίδιου, έργο του.
Στο βιβλίο αυτό ο Δαρβίνος εξέθετε τη θεωρία της εξέλιξης, που τη στήριζε, αντίθετα με τον Λαμάρκ και τους οπαδούς του, στην έννοια της φυσικής επιλογής. Η θεωρία του αυτή, που ολοκληρώθηκε με άλλα μικρότερα έργα του («Παραλλαγές των κατοικίδιων ζώων και φυτών», «Γονιμοποίηση των ορχεοειδών δια των εντόμων», «Αποτελέσματα της διασταυρούμενης γονιμοποίησης», «Οι διάφορες μορφές των ανθέων σε φυτά του ίδιου είδους») ξεσήκωσε ασυγκράτητους ενθουσιασμούς, αλλά και άγρια πολεμική.
Η θεωρία του θα δεχθεί θεμελιωμένες και αθεμελίωτες επικρίσεις, θα περάσει περιόδους που θα δίνει την εντύπωση ότι καταρρίφθηκε οριστικά και όμως δεν θα πάψει να αποτελεί το θεμέλιο και των μεταγενέστερων εξελικτικών θεωριών.
Το 1841 ο Δαρβίνος αποσύρθηκε στο Ντάουν με τη γυναίκα του, μακριά από το θόρυβο του Λονδίνου και το θόρυβο που είχε ξεσηκώσει η ίδια του η θεωρία, για να συνεχίσει τις μελέτες του. Όταν το 1882 πέθαινε στην επαρχιακή πόλη, ήταν για τον κόσμο «σημείο αντιλεγόμενο». Το πέρασμα του όμως από την ιστορία της επιστήμης έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένο στις σελίδες της.
Η εκδοτική επιτυχία της «Καταγωγής των ειδών δια της φυσικής επιλογής» υπήρξε πρωτοφανής. Ας δούμε τι γράφει σχετικά ο Δαρβίνος στην «Αυτοβιογραφία» του, όπου μαρτυρείται από τον ίδιο η σημασία του έργου του αυτού σε συσχετισμό με τις υπόλοιπες εργασίες του:
«Από την αρχή είχε μεγάλη επιτυχία. Τα 1.250 αντίτυπα της 1ης έκδοσης πουλήθηκαν όλα την πρώτη ημέρα της κυκλοφορίας, όπως και τα 3.000 αντίτυπα της 2ης έκδοσης εξαντλήθηκαν γρήγορα. Μέχρι σήμερα (1876) έχουν πουληθεί στην Αγγλία 16.000 αντίτυπα, που είναι πολλά αν λάβουμε υπόψη μας ότι πρόκειται για πολύ δύσκολο βιβλίο. Έχει μεταφραστεί σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες, ακόμα και στην ισπανική, τη βοημική (τσεχική), την πολωνική και τη ρωσική. Κατά τη δεσποινίδα Μπερντ έχει μεταφραστεί και στην ιαπωνική και μελετάται πολύ από εκείνον το λαό. Έχει εκδοθεί και μια εβραϊκή μελέτη, στην οποία αποδεικνύεται ότι η θεωρία μου περιέχεται στην Παλαιά Διαθήκη! Έχουν γίνει πάρα πολλές κριτικές του βιβλίου μου. Για κάμποσο καιρό συγκέντρωνα όλα όσα δημοσιεύονταν για την «Καταγωγή» και τα άλλα μου βιβλία που πραγματεύονται το ίδιο θέμα και το υλικό έφτασε τα 265 τεμάχια (εκτός από τις παρουσιάσεις των εφημερίδων). Ύστερα όμως αυτό μου φάνηκε χωρίς νόημα και το εγκατέλειψα. Πολλές μελέτες και ανάλογος αριθμός βιβλίων έχουν δημοσιευθεί πάνω στο θέμα, και κάθε ένα ή δύο χρόνια δημοσιεύεται στη Γερμανία ένας βιβλιογραφικός κατάλογος στο θέμα του ‘δαρβινισμού’».

ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣΟι πρώτες παρατηρήσεις του Δαρβίνου ανάγονται στο επικίνδυνο αλλά πολύ γόνιμο ταξίδι με το «Μπιγκλ» γύρω από τον κόσμο. Στη διάρκειά του τον είχε εντυπωσιάσει το γεγονός ότι σε γειτονικές περιοχές, συνεχόμενες ή χωρισμένες, όπως ήταν τα νησιά Γκαλαπάγκος, υπήρχαν είδη που μεταξύ τους παρουσιάζονταν μικρές διαφορές. Πίστεψε ότι θα μπορούσε να τις ερμηνεύσει αν παραδεχόταν μια σειρά αργών και βαθμιαίων αλλαγών στο περιβάλλον του κάθε είδους. Τις παρατηρήσεις του αυτές συνδύαζε ο Δαρβίνος με λεπτομερή μελέτη της γεωλογικής διαμόρφωσης του εδάφους, με οδηγό το βασικό έργο του Τσαρλς Λάιελ «Αρχές γεωλογίας» (Λονδίνο, 1830-33). Ο Λάιελ, που στάθηκε ένας από τους εμπνευστές του Δαρβίνου, υποστήριζε, αντίθετα από τον Κιβιέ και τη σχολή του, την αντίληψη ότι μια σειρά αργών και ανεπαίσθητων αλλαγών στην επιφάνεια της γης είναι ικανές στο σύνολό τους να δώσουν την εντύπωση ότι μεσολάβησε μια τεράστια γεωλογική καταστροφή: τόσο μεγάλες είναι τελικά οι διαφορές από την κατάσταση που αποτέλεσε την αφετηρία των μεταβολών. Γιατί λοιπόν να μη συμβαίνει το ίδιο και με τα ζωντανά πλάσματα; Ναι, αλλά ποια να είναι η αιτία στην περίπτωση αυτή;
Αυτό υπήρξε το πρώτο πρόβλημα για τον Δαρβίνο. Όταν επέστρεψε στην Αγγλία και αποσύρθηκε στο Ντάουν του Κεντ, παρακολούθησε τη δουλειά των κτηνοτρόφων και παρατήρησε ότι αυτοί κάνουν μια πραγματική επιλογή, από την οποία και προέρχονται οι διάφορες φυλές των εκτρεφόμενων ζώων. Έτσι σκέφτηκε ότι κάτι ανάλογο μπορεί να συμβαίνει και στη φύση. Η φυσική αυτή επιλογή θα έπρεπε, σύμφωνα και με τη θεωρία του Λάιελ, να συνεχίζεται και στις ημέρες μας χωρίς βέβαια να γίνεται αντιληπτή, επειδή είναι μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα ανεπαίσθητη. Ποιο ήταν όμως το αίτιο που την προκαλούσε;

ΔΑΡΒΙΝΟΣ ΚΑΙ ΜΑΛΘΟΥΣ
Το 1798 ο ιερέας Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους (Thomas Robert Malthus) (1766-1834) είχε δημοσιεύσει ανώνυμα μια μελέτη με τον τίτλο «Δοκίμιο θεωρία του πληθυσμού». Στο βιβλίο αυτό, βασιζόμενος σε μερικές, για την αλήθεια όχι αξιόπιστες στατιστικές, κατάληγε στο συμπέρασμα ότι οι πόλεμοι, οι επιδημίες, η μεγάλη θνησιμότητα των παιδιών, ιδίως στα πυκνοκατοικημένα αστικά κέντρα, δεν ήταν παρά μέτρα απαραίτητα για την εξασφάλιση μιας ισορροπίας μεταξύ του ανθρώπινου γένους και των μέσων της διατροφής του: ο αριθμός του πρώτου πλήθαινε σε πάρα πολύ ταχύτερο ρυθμό από τον αριθμό των δεύτερων. Έβλεπε δηλαδή στο μεγάλο αριθμό των θανάτων έναν αγώνα επιβίωσης, στον οποίον μοιραία έπρεπε να υποκύπτει ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων.
Διαβάζοντας το έργο του Μάλθους, ο Δαρβίνος πήρε την ιδέα του αγώνα για την επιβίωση και την τοποθέτησε στη βάση της φυσικής επιλογής: τα ισχυρότερα άτομα πρέπει να επιζούν και τα πιο αδύνατα να υποκύπτουν.
Ποια όμως είναι τα ισχυρά και ποια τα αδύνατα; Και για πιο λόγο διαφοροποιούνται τα είδη και η εξέλιξη προχωρεί σε δρόμους που απομακρύνονται μεταξύ τους;
Εδώ ο Δαρβίνος θυμήθηκε τις συζητήσεις του με τον Γκραντ, τον καιρό που ήταν ο ίδιος ένας μέτριος φοιτητής στο Εδιμβούργο. Του ήρθε ακόμα στο νου η «Ζωονομία» του παππού του, του Έρασμου Δαρβίνου και η θεωρία του Λαμάρκ, σύμφωνα με την οποία τα ζωντανά πλάσματα τείνουν να προσαρμοστούν στους διάφορους τόπους που συμβαίνει να ζουν.

Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
Από τον καιρό του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη που συστηματοποίησαν την ανθρώπινη γνώση του καιρού τους όπως και ό,τι μπορούσε να προέρχεται από την παλαιότερη γνώση των ανθρώπων, ήταν διάχυτη η εντύπωση ότι τα πάντα στον κόσμο λειτουργούν τέλεια. Όλα στη φύση κατευθύνονται από μια τελολογική ιδέα που ενυπάρχει σε κάθε φυσικό φαινόμενο. Όταν βλέπει κανείς σ’ ένα λιβάδι, για να θυμηθούμε μια απλή μεν αλλά αρκετά χαρακτηριστική παρατήρηση συγγραφέα του 19ου αιώνα, ότι όλες οι ακρίδες είναι πράσινες, καταλαβαίνει ότι αυτό γίνεται σύμφωνα με κάποιο σοφό σχέδιο για να είναι το έντομο προστατευμένο από τους εχθρούς του, που δεν μπορούν να το ξεχωρίσουν από το ομοιόχρωμο χορτάρι.
Η αντίληψη αυτή είναι καθαρά διατυπωμένη στον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα. Ο διάσημος σοφιστής, του οποίου το όνομα φέρει ο διάλογος, διηγείται κάτι σαν μύθο για την καταγωγή των ζωικών ειδών. Όταν ήρθε η ώρα, γράφει ο Πλάτωνας, που η ειμαρμένη όρισε να γεννηθούν τα θνητά πλάσματα, οι θεοί έπλασαν τα ζώα στα σπλάγχνα της γης χωρίς να τους δώσουν τις ειδικές τους ιδιότητες. Όταν ήρθε η ημέρα να τα γεννήσει η γη, οι θεοί ανέθεσαν στον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να μοιράσουν στο κάθε πλάσμα τις κατάλληλες ιδιότητες. Τη διανομή έκανε ο Επιμηθέας όσο καλύτερα μπορούσε: σε άλλα ζώα έδωσε δύναμη, αλλά όχι και σβελτάδα, ενώ στα αδύνατα αναπλήρωσε της έλλειψη δύναμης με την ευκινησία. Σε άλλα έδωσε όπλα, ενώ στα άοπλα πρόσφερε άλλες αμυντικές ικανότητες: τα έκανε μικρά, ικανά να πετούν ή να κρύβονται στα έγκατα της γης, ή τους έδωσε τη δυνατότητα να σώζονται με τον μεγάλο τους όγκο. Έτσι ο Επιμηθέας φρόντισε να μην κινδυνεύσει κανένα είδος από εξαφάνιση.
Είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ ο Σωκράτης, αντίπαλος του Πρωταγόρα στο διάλογο, ανασκευάζει στη συνέχεια τις απόψεις του σοφιστή και ιδίως το ό,τι η αρετή μπορεί να διδαχθεί, δεν θέτει καθόλου σε αμφισβήτηση την τελολογική ερμηνεία που έδινε στη γένεση των ζωικών ειδών ο Πρωταγόρας. Στο πλαίσιο μάλιστα της ερμηνείας αυτής τοποθετείται και ο άνθρωπος, τον οποίον είχε λησμονήσει ο Επιμηθέας, με αποτέλεσμα να μείνει τελείως γυμνός και άοπλος στο έλεος των άλλων ζώων.
Οι πλατωνικές και αριστοτελικές αντιλήψεις άρχισαν να χάνουν έδαφος μόνον αφού πέρασε ο μεσαίωνας, υπό την επίδραση της ανανέωσης των μελετών, των ανακαλύψεων, του υλικού που βρισκόταν τώρα συγκεντρωμένο σε τεράστιες ποσότητες στη διάθεση των μελετητών της φύσης. Στον αιώνα ακριβώς του διαφωτισμού γίνονται οι πρώτες απόπειρες μιας νέας ερμηνείας.

ΕΞΕΛΙΞΗ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΗ
Τέλος έρχεται η δαρβινική ερμηνεία η οποία αποκλείει κάθε τελολογικό ενδεχόμενο με την έννοια μιας προνοητικής αρχής που κατασκευάζει κάθε ζώο για τη ζωή που προορίζεται. Όχι ότι ζητάει να αγνοήσει το συμβατό μεταξύ οργανισμού και του περιβάλλοντος στο οποίο ζει. Αλλά του δίνει διαφορετική έννοια. Η δύναμη στην οποία αποδίδει τη θαυμάσια συμφωνία μεταξύ κάθε είδους ζώου και του περιβάλλοντος στο οποίο ζει, είναι για τον Δαρβίνο η φυσική επιλογή. Στον αγώνα για την επιβίωση, αποτέλεσμα του οποίου είναι η επιλογή, υποστηρίζει ότι επιζούν οι ισχυρότεροι, οι περισσότερο προικισμένοι και προσαρμοσμένοι στο περιβάλλον οργανισμοί, ενώ οι λιγότερο ισχυροί υποκύπτουν και εξαφανίζονται.
Ο Δαρβίνος ανατρέπει την παραδοσιακή αντίληψη. Οι οργανισμοί, μαζί τους και ο άνθρωπος, ζουν σε περιβάλλον μάλλον εχθρικό: οι περισσότερο προσαρμοσμένοι στις υπάρχουσες συνθήκες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να επιζήσουν, να πολλαπλασιαστούν και να μεταβιβάσουν στους απογόνους τους τις ιδιότητες ακριβώς εκείνες που τους κάνουν δυνατή την επιβίωση. Για τους άλλους, τους μειονεκτικούς, ισχύει το αντίθετο. Αποτέλεσμα είναι η βαθμιαία μεταβολή των χαρακτήρων του είδους έτσι που να είναι πιο προσαρμοσμένο στις νέες συνθήκες του περιβάλλοντος.
Ο Δαρβίνος δεν μπόρεσε να ανακαλύψει τα αίτια της ποικιλότητας των ζωικών ειδών, πράγμα όμως που εξακολουθεί εν πολλοίς να ισχύει και σήμερα παρά τις τεράστιες προόδους που μεσολάβησαν. Με τη διαίσθηση όμως και μόνο προκάλεσε τέτοιο σεισμό στην επιστήμη, που η απήχησή του ξεπέρασε τα πλαίσια των φυσικών για να επεκταθεί και στις κοινωνικές επιστήμες. Μια σύντομη ματιά στην ανάπτυξη των μελετών που ακολούθησε σε κάθε κλάδο της ιατρικής επιστήμης, είναι αρκετά πειστική. Διαπρεπείς επιστήμονες έφτασαν να διαιρούν την ιστορία της ιατρικής κατά τον 19ο αιώνα σε δύο περιόδους: την προ-δαρβινική και τη μετα-δαρβινική, αναγνωρίζοντας έτσι τη σοβαρή καμπή που σήμαινε για την ιατρική το έργο του μεγάλου Άγγλου φυσιοδίφη.
Το έργο του Δαρβίνου αποτέλεσε πηγή αναταραχής για τον επιστημονικό και τον μη επιστημονικό κόσμο της εποχής του. Επρόκειτο κυρίως για το βιβλίο «Περί της καταγωγής των ειδών», αλλά και για μικρότερα έργα του στα οποία εξετάζονταν, όχι βέβαια πάντοτε με επιτυχία, ειδικότερα προβλήματα της εξέλιξης: το θέμα της γενετήσιας επιλογής και της καταγωγής του ανθρώπου. Ο Δαρβίνος και ο δαρβινισμός ήταν θέμα συζήτησης όχι μόνο στους χώρους των διαλέξεων και στις αίθουσες της πανεπιστημιακής διδασκαλίας, αλλά και στα σαλόνια, τα καφενεία και τους δρόμους. Μακριά από όλον το θόρυβο αυτόν έμενε μόνον ο αίτιός του, κλεισμένος όπως ήταν στο ησυχαστήριό του στο Ντάουν. Την υπεράσπιση των ιδεών του είχε αφήσει στον Τόμας Χένρι Χάξλεϊ (Thomas Henry Huxley) (1825-1895) που διέθετε πλούσια επιστημονική κατάρτιση, ευφυΐα και δηκτική γλώσσα.
Ο νεαρός δαρβινιστής διέθετε κοντά στα άλλα το χάρισμα της ετοιμότητας και της ευστροφίας στη συζήτηση, χαρακτηριζόταν από απέραντο θάρρος και δεν υποχωρούσε απέναντι σε καμιά αρχή ή αυθεντία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της μαχητικότητάς του έδωσε τον Ιούνιο του 1860 με την ευκαιρία μιας δημόσιας συζήτησης. Πρώτος είχε μιλήσει ο Ρίτσαρντ Όουεν (Richard Owen) (1804-1892), ο μεγάλος συγκριτικός ανατόμος που οι αντιλήψεις του συνδέονταν άμεσα με τις βασικές αντιλήψεις του Κιβιέ. Ύστερα έλαβε το λόγο ο εύγλωττος, όσο και ματαιόδοξος επίσκοπος της Οξφόρδης Σάμουελ Γουίλμπερφορς (Samuel Wilberforce).
Όπως ήταν επόμενο, η κριτική του Όουεν κατά του δαρβινισμού ήταν εξαιρετικά σοβαρή, όσο και αυστηρή. Ο Χάξλεϊ τον αντιμετώπισε με ανάλογο τρόπο, συζητώντας μία προς μία τις επικρίσεις του και παρουσιάζοντας τα αντεπιχειρήματά του με τη σοβαρότητα που επιβαλλόταν. Ύστερα ήρθε η σειρά της απάντησης προς τον Γουίλμπεφορς, η ευγλωττία του οποίου ήταν τόσο αναμφισβήτητη, όσο και η έλλειψη σοβαρής επιστημονικής επιχειρηματολογίας. Ο επίσκοπος είχε κλείσει την ομιλία του με την ακόλουθη αποστροφή προς τον Χάξλεϊ: «Πέστε μου παρακαλώ, από την πλευρά του παππού σας ή από την πλευρά της γιαγιάς σας καυχάστε ότι κατάγεστε από πίθηκο;» Ο Χάξλεϊ χωρίς να επηρεαστεί από την ειρωνεία, ούτε από τα χειροκροτήματα που την ακολούθησαν, αφού πρώτα απέδειξε με μεγάλη ηρεμία το αναρμόδιο του επισκόπου για τη συζήτηση και την έλλειψη κάθε προετοιμασίας από μέρους του, κατέληξε: «Θα προτιμούσα πολύ να έχω για πρόγονο έναν πίθηκο παρά έναν άνθρωπο που χρησιμοποιεί το σπάνιο χάρισμα με το οποίο είναι προικισμένος και το κύρος που περιβάλλεται για να γελοιοποιήσει ένα σοβαρό επιστημονικό πρόβλημα».

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΧΑΞΛΕΫ

Εκτός από τις μαχητικές του ικανότητες στο λόγο, ο Χάξλεϊ είχε και αξιόλογη συγγραφική παραγωγή. Επεξεργάστηκε πρώτα τις ιδέες του Δαρβίνου για την καταγωγή του ανθρώπου και τη γενετήσια επιλογή και έγραψε το 1863 το βιβλίο «Τεκμήρια αναφορικά προς τη θέση του ανθρώπου στη φύση». Παράλληλα έχουμε μελέτες του για τα υδρόζωα, που τις στιβάδες των κυττάρων τους τις θεώρησε ομόλογα όργανα με τα «βλαστικά δέρματα» των αρχικών σταδίων της ανάπτυξης του εμβρύου που είχαν παρατηρηθεί από τον Καρλ Ερνστ φον Μπερ (Karl Ernst von Baer) (1792-1876), και μελέτες συγκριτικής ανατομικής των θηλαστικών. Υπάρχουν ακόμα βιβλία του απολογητικά για τη θεωρία της εξέλιξης, γύρω από μεθοδολογικά θέματα της επιστημονικής έρευνας και αναφορικά με τις σχέσεις της προς τη φιλοσοφία. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει τον Χάξλεϊ μια αξιόλογη προσωπικότητα της βικτωριανής Αγγλίας και τον κυριότερο απόστολο της θεωρίας της εξέλιξης.

7/6/09

Παρά τις αντιγνωμίες η επιστήμη προχωρεί [80]

Επανειλημμένα σημειώσαμε τις αντιγνωμίες μεταξύ των εκπροσώπων της σκέψης του Κιβιέ και της σκέψης του Σεντ Ιλέρ, που στάθηκαν συχνά αφορμή ώστε οξύτατες παρατηρήσεις και ευφυείς συλλήψεις να μείνουν χωρίς συνέχεια λόγω των προκαταλήψεων των δύο «σχολών». Όμως, η επίμονη και ευφυής προσπάθεια τόσων επιστημόνων δεν μπορούσε να πέσει στο κενό. Στο τέλος κάτι γόνιμο και θετικό απέμεινε: το γεγονός ότι εξέταζαν τους οργανισμούς εν ζωή και σε συσχετισμό με το περιβάλλον, ιδρύοντας έτσι μια λειτουργική μορφολογία σε αντίθεση με την άγονη αμιγή μορφολογία του Κιβιέ και ανοίγοντας το δρόμο στη συγκριτική φυσιολογία και την οικολογία. Οι επιστήμονες αυτοί μας άφησαν ακόμα μερικά από τα καλύτερα όπλα για την καταπολέμηση της στατικής αντίληψης που οι ίδιοι είχαν για τον κόσμο. Έτσι, η θεωρία της εξέλιξης που εκείνοι με τόση ευγένεια μάχονταν, τελικά επικράτησε με τη βοήθεια ακόμα και δικών τους όπλων, παρά το γεγονός ότι πολλές αντιφάσεις της δεν έχουν ακόμα και σήμερα αρθεί. Και κάτι ακόμα πιο πολύ. Δεν περιορίστηκαν στο να ακολουθήσουν το δρόμο που είχε χαράξει ο Κιβιέ, αλλά ξεπερνώντας τα όρια του διδασκάλου μελέτησαν τα ζωντανά πλάσματα σε κάθε στάδιο της ανάπτυξής τους, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στη διαμόρφωση της σύγχρονης βιολογίας.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε το γεγονός ότι η μελέτη του ζωντανού πλάσματος που αναπτύσσεται με τη μορφή της εμβρυολογίας ήταν παραμελημένη από τον καιρό που ο Αριστοτέλης είχε πραγματοποιήσει τις σοφές έρευνες και παρατηρήσεις του. Και να που με τους μαθητές και διαδόχους του Κιβιέ ξαναγυρίζουμε στη μελέτη του εμβρύου, της προνύμφης, της νεανικής περιόδου των ζωντανών πλασμάτων για να καταλήξουμε τελικά στα στάδιο της ωριμότητας. Μεταξύ Αριστοτέλη και διαδόχων του Κιβιέ είναι γεγονός ότι μεσολαβούν οι αναζητήσεις του Ακουαπεντέντε και το έργο του Μαλπίγγι για το σχηματισμό του εμβρύου της όρνιθας στο επωαζόμενο αυγό. Αυτό βέβαια μαρτυρεί την ενότητα των επιστημονικών επιδιώξεων δια μέσου των αιώνων, χωρίς να αφήσει έξω τον μεσαίωνα που παρά τα σφάλματα, τους δογματισμούς και τις αντιφάσεις του, αποτελεί κι αυτός ένα στοιχείο του μεγάλου πίνακα που συνθέτει η επιστημονική αναζήτηση, από τότε που οι σοφοί της αρχαίας Ελλάδας τοποθέτησαν τα θεμέλια της αληθινής επιστήμης.

ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΗΓΑΝ ΧΑΜΕΝΑ
Επιβεβαίωση της ορθότητας της τοποθέτησης αυτής των πραγμάτων προσφέρει η πολύ σύντομη έστω επισκόπηση των μελετών των επιστημόνων των αρχών του 19ου αιώνα στο πεδίο της παρασιτολογίας και ειδικότερα της ελμινθολογίας.
Ο Καρλ Άσμουντ Ρουντόλφι (1771-1832) έγραψε το έργο «Σύνοψη εντερόζωων» (Βερολίνο, 1819), στο οποίο περιγράφεται ένας σημαντικός αριθμός νέων ειδών παρασίτων. Ο συγγραφέας παραδέχεται για τα ζώα του αυτά την αυτόματη γένεση. Ο Κάρλ Έρνστ Τεόντορ φον Ζίμπολντ (1804-1885) ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο και μελετώντας την ανάπτυξη των ασπόνδυλων, διαπιστώνει την κατάτμηση του ωού, που το θεωρεί ως κύτταρο, μεταβάλλοντας τον αφορισμό του Ουίλιαμ Χάρβεϊ «εξ ωού τα πάντα» σε «παν ζων εξ ωού», καθώς και το γεγονός ότι σχεδόν κάθε ομάδα περιέχει παρασιτικά είδη. Από τα παραδείγματα αυτά αν ξαναγυρίσουμε στους αιώνες που προηγήθηκαν, στον Ρέντι, τον Μπονόμο και τον Τσεστόνι, θα θαυμάσουμε για άλλη μια φορά την εσωτερική ενότητα της ιστορίας των επιστημών γενικά, της επιστημονικής έρευνας ειδικότερα, που ακολουθεί πάντα τα ίδια μονοπάτια και χωρίς να ανέχεται διακοπές κι οπισθοχωρήσεις προχωρεί πάντα μπροστά.
Στο πλαίσιο της μελέτης των παρασίτων που με τους Ρουντόλφι και Ζίμπολντ επανήλθε στις βάσεις που είχε θέσει κάποτε ο Ρέντι, εμφανίζεται ένας νέος κλάδος τον 19ο αιώνα: η ελμινθολογία.
Όπως είδαμε σε προηγούμενα κεφάλαια, ο Ρέντι είχε κάνει τη διατύπωση ότι η προνύμφη, η νύμφη και το τέλειο έντομο δεν είναι διαφορετικά ζώα, αλλά διαφορετικές όψεις του ίδιου ζώου, που αντιστοιχούν σε τρία διαφορετικά στάδια της ανάπτυξής του. Ακολουθώντας τη γραμμή αυτή ο Ζίμπολντ, ανακάλυψε τα στάδια ανάπτυξης πολλών ταινιών που παρασιτούν στα σπλάγχνα διαφόρων ζώων και του ανθρώπου.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η ανακάλυψη του Ζίμπολντ ότι τα παράσιτα αυτά, στο πρώτο στάδιο της ανάπτυξής τους, έχουν τη μορφή κύστεων, γιατί άνοιξε το δρόμο στις θεμελιακές μελέτες του Ρούντολφ Λόινκαρτ (1822-1898).
Αυτός, μαθητής του Βάγκνερ στο Göttingen, πρόσφερε θαυμάσια συνεργασία μαζί με το φίλο του Χ. Φράι στη μεγάλη πραγματεία ζωολογίας που έγραψε ο δάσκαλός του. Ο Λόινκαρτ είχε αναλάβει το τμήμα των ασπόνδυλων, πράγμα που συνετέλεσε σημαντικά στη γραμμή που ακολούθησαν αργότερα οι έρευνες του νεαρού τότε σπουδαστή.
Ο Λόινκαρτ έγινε το 1850 καθηγητής της ζωολογίας και της συγκριτικής ανατομικής στο Πανεπιστήμιο του Giessen. Την έδρα αυτή κράτησε έως το 1870 που έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, όπου εξακολούθησε να διδάσκει το ίδιο θέμα. Χάρη στην παρουσία του εκεί, το γερμανικό αυτό Πανεπιστήμιο έγινε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα ζωολογικών μελετών στην Ευρώπη, θέση που κράτησε όσο ο Λόινκαρτ κατείχε τη έδρα.

ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΠΝΕΥΜΑ
Το μεγαλύτερο μέρος των παρατηρήσεων και των ανακαλύψεων του Λόινκαρτ αναφέρεται στη ζωολογία των ασπόνδυλων.
Πρώτα απ’ όλα η ταξινόμησή τους παρουσίαζε δυσεπίλυτα προβλήματα που για να λυθούν απαιτούσαν πλουτισμό των σχετικών ανατομοφυσιολογικών γνώσεων, που υστερούσαν τότε σε σύγκριση με τους άλλους τομείς της ζωολογίας, στους οποίους είχαν εργαστεί ο Κιβιέ, ο Σεντ Ιλέρ και οι οπαδοί τους. Στα προβλήματα αυτά ακριβώς είναι αφιερωμένες μερικές από τις σημαντικότερες μελέτες του Λόινκαρτ. Ανακάλυψε ότι η συστηματική θέση των σπόγγων είναι στα κοιλεντερωτά, των οποίων όχι μόνον απέδειξε τον πολυμορφισμό, αλλά εξήγησε και την αποικιακή τους συγκρότηση.
Στη συνέχεια, ο Λόινκαρτ ασχολήθηκε με τα έντομα, των οποίων μελέτησε από κάθε άποψη τα πρώτα, κυρίως, στάδια της ανάπτυξης. Ιδιαίτερα τον απασχόλησε επίσης το φαινόμενο της παρθενογένεσης, που η ανακάλυψή της από τον Σαρλ Μπονέ είχε οξύνει τη διαμάχη μεταξύ ωαριστών και σπερματοζωαριστών γύρω από το θέμα της γονιμοποίησης.
Οι παρατηρήσεις του Λόινκαρτ υπήρξαν θεμελιακής σημασίας. Όχι μόνον πρόσφεραν μεγάλο πλούτο νέου υλικού, αλλά έθεσαν και τις βάσεις της λύσης του προβλήματος της γονιμοποίησης, ενός προβλήματος που και σήμερα αποτελεί για τον καθένα ένα από τα θαύματα της φύσης. Η φήμη του όμως οφείλεται κυρίως στην έρευνα των ταινιών, των τριχινών και των πενταστομωδών. Δε μελέτησε μόνον τις περιόδους της ανάπτυξης, την ανατομική και τη φυσιολογία τους, αλλά και τις παθολογικές συνέπειες για τον οργανισμό των ανώτερων ζώων και του ανθρώπου που τα φιλοξενούν. Τα πορίσματα των μελετών του, που διακρίνονται για τον όγκο των παρατηρήσεων, την οξύτητα των ερμηνειών και τη θαυμάσια διάρθρωση, συγκέντρωσε στην πραγματεία «Τα παράσιτα του ανθρώπου και οι υπ’ αυτών προκαλούμενες νόσοι» (Λειψία, 1863-1872), ένα πραγματικό αριστούργημα, υποδειγματικό έργο για κάθε μεταγενέστερη παρασιτολογία έως τις πιο σύγχρονες.

ΑΠΟ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ, ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΟΔΙΦΗΣ
Ο τρόπος της μελέτης των κύκλων της ανάπτυξης των παρασίτων αποτέλεσε το υπόδειγμα για ανάλογες μελέτες σε άλλα ζώα, όπως τα χιτωνοφόρα, υδρόβια ζώα που η νωτιαία χορδή τους είναι υποτυπώδης και περιορίζεται στην περιοχή της ουράς.
Στη μελέτη των ζώων αυτών, που ο αναπαραγωγικός τους κύκλος παρουσιάζει μια περίεργη εναλλαγή, αφοσιώθηκε ο Λουί Σαρλ Αντελαΐντ ντε Σαμίσο, που μετά την καταστροφή του πύργου της γέννησής του στο Μπονκούρ (1781) από την Επανάσταση κατέφυγε στη Γερμανία και την αγάπησε τόσο, ώστε να κάνει γερμανικό ακόμα και το όνομά του σε Άντελμπερτ φον Σαμίσο.
Το 1796 έγινε ακόλουθος της Λουΐζας της Πρωσίας και ύστερα από δύο χρόνια, σε ηλικία 17 ετών, κατατάχθηκε ως σημαιοφόρος στον πρωσικό στρατό. Από εκεί κι εμπρός η ζωή του μοιράζεται μεταξύ ποίησης και όπλων, ανάμεσα στην αγάπη για τη φυσική και την αγάπη για τη θετή του πατρίδα. Ο πόλεμος Πρωσίας και Ναπολέοντα τον αναστατώνει. Η περίοδος αυτή αποτυπώνει τη σφραγίδα της στη ψυχή του και στο έργο του και δίνει την έμπνευση στο πιο ολοκληρωμένο του έργο, την περίφημη «Θαυμάσια ιστορία του Πέτερ Σλέμιλ».
Την ίδια όμως περίοδο που σήκωνε τα όπλα κατά της φυσικής του πατρίδας και έπνιγε την εσωτερική του πάλη στο γαλήνιο όραμα με το οποίο τελειώνει το έργο του (ο Σλέμιλ, έχοντας πουλήσει στο Διάβολο τον ίσκιο του με αντάλλαγμα ένα πορτοφόλι που ήταν πάντοτε γεμάτο χρήματα, και μη μπορώντας χωρίς ίσκιο να ζήσει ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους, καταφεύγει στη μοναξιά, όπου και βρίσκει τη γαλήνη που τόσο λαχταρούσε), έβρισκε καιρό να μελετά και τη φύση.
Το 1815 τον κάλεσε ο Όττο φον Κοτσέμπουε να λάβει μέρος σε μια εξερεύνηση του Ειρηνικού και του Βερίγγειου πορθμού με το πλοίο «Ρούρικ», που έθετε στη διάθεσή τους η Ρωσία. Στο ταξίδι αυτό ο Σαμίσο δε συγκέντρωσε στοιχεία μόνο για το αφηγηματικό του έργο, αλλά έκανε και ενδιαφέρουσες επιστημονικές παρατηρήσεις. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται σημειώσεις για τη μελέτη των γλωσσών των λαών που συνάντησαν στο δρόμο τους κι ένας μεγάλος αριθμός παρατηρήσεων για τις σάλπες και την παράδοξη εναλλαγή του τρόπου της αναπαραγωγής τους. Στα ζώα αυτά, πράγματι, τα μεμονωμένα άτομα γεννούν αλυσίδες ζώων, από τις οποίες γεννιούνται και πάλι μεμονωμένα άτομα.
Όταν ο Σαμίσο πέθανε στο Βερολίνο το 1838, ίσως να μη γνώριζε ότι η μελέτη του για τις σάλπες, που περιλαμβανόταν στο έργο του «Ταξίδι γύρω από τον κόσμο» (Βερολίνο, 1836), θα άφηνε το όνομά του στους μεταγενέστερους, όχι μόνον ως ποιητή, αλλά και ως επιστήμονα.

ΟΙ ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ ΓΟΝΙΜΕΣ
Το δρόμο του Σαμίσο ακολούθησαν ο Νορβηγός Μίκαελ Σαρς (1805-1869), ο Σουηδός Σβεν Λόβεν (1809-1895) και ο Δανός Γιόχαν Γιαπέτους Στέενστρουπ (1813-1897), που προώθησαν στο μέγιστο βαθμό τις μελέτες για την εναλλαγή του τρόπου της αναπαραγωγής. Κατά τη διάρκεια των μελετών αυτών πολλά παλαιά και νέα προβλήματα βρήκαν τη λύση τους ή ανέκυψαν με νέα ζωηρότητα.
Πρόκειται κυρίως για την αναπαραγωγή των μελισσών που από την αρχαιότητα είχε κινήσει μεγάλο ενδιαφέρον, αρχίζοντας από τον Αριστοτέλη, που αφιερώνει στις μέλισσες ένα από τα πιο εκτεταμένα και ενδιαφέροντα μέρη της πραγματείας του «Περί ζώων γενέσεως». Η έκπληξη είναι κάτι που καταλαμβάνει και τον σημερινό παρατηρητή όταν βλέπει πώς από τα αυγά της ίδιας βασίλισσας βγαίνουν αρσενικά, θηλυκά στείρα και θηλυκά γόνιμα έντομα.
Το πρόβλημα δεν αφορούσε μόνο την αναπαραγωγή αλλά και την παρθενογένεση. Το φαινόμενο είχαν μελετήσει διαδοχικά ο Μπονέ, ο Τραμπλέ, ο Λόινκαρτ χωρίς να καταλήξουν ούτε στην οριστική, ούτε στην ορθή ερμηνεία του. Τη λύση έδωσε ένας ταπεινός εφημέριος που είχε και το πάθος της μελισσοκομίας: ο Γιόχαν Τσιέρζον (1811-1906). Όπως κάθε μελισσοκόμος, ενδιαφερόταν κι αυτός να έχει στη διάθεσή του βασίλισσες (σήμερα τις διακρίνουν σε φυλές που αποτελούν αντικείμενο εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου!). Άρχισε λοιπόν να παρακολουθεί προσεκτικά κάθε τι που σχετιζόταν με την αναπαραγωγή των μελισσών του. Έτσι έφτασε να ανακαλύψει ότι από τα μη γονιμοποιημένα αυγά έβγαιναν αρσενικά έντομα, ενώ από τα γονιμοποιημένα έβγαιναν θηλυκά, άλλα στείρα (εργάτριες) και άλλα γόνιμα (βασίλισσες). Διαπίστωσε δηλαδή ένα φαινόμενο εναλλασσόμενης εγγενούς αναπαραγωγής και παρθενογένεσης.
Με βάση τις παρατηρήσεις του Τσιέρζον, ο Ζίμπολντ κατόρθωσε να επεκτείνει τα σχετικά συμπεράσματα και σε άλλα ζώα, ιδίως έντομα, αποδεικνύοντας ότι η εναλλαγή των τρόπων της αναπαραγωγής αποτελεί αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο στη φύση.

ΕΝΑΛΛΑΓΗ ΓΕΝΕΩΝ ΚΑΙ ΣΤΑ ΦΥΤΑ
Οι νέες παρατηρήσεις και ανακαλύψεις προώθησαν αποφασιστικά και τις βοτανικές μελέτες. Τώρα που είχε καταρριφθεί σχεδόν οριστικά η θεωρία της αυτόματης γένεσης και είχε αναγνωριστεί η ύπαρξη φύλου στα φυτά, είχε ωριμάσει και η λύση του προβλήματος της γονιμοποίησης και της αναπαραγωγής τους.
Ο Βίλχελμ Χόφμαϊστερ (1824-1877), αυτοδίδακτος Γερμανός που κατόρθωσε με την ευφυΐα του να καταλάβει την έδρα της βοτανικής στο Πανεπιστήμιο του Tübingen, ανακοίνωσε το 1851 στην εργασία του «Συγκριτικές έρευνες επί της γένεσης, της ανάπτυξης και της γονιμοποίησης των ανωτέρων κρυπτογάμων» ότι η εναλλαγή γενεών παρουσιάζεται και στα φυτά. Συγκεκριμένα στις πτερίδες (φτέρες) από τα σπόρια που δεν έχουν φύλο παράγονται αρσενικά και θηλυκά προθάλλια, και η φτέρη που θα προέλθει από αυτά παράγει με τη σειρά της αγενή σπόρια.
Στις διάφορες φάσεις του κύκλου αυτού, ο Χόφμαϊστερ διέκρινε ωάρια και φυτικά σπερματοζωάρια. Έφτασε να αναγνωρίσει έναν ανάλογο κύκλο και στα φανερόγαμα, θέτοντας έτσι τις βάσεις της νεώτερης βοτανικής με όλες τις επιπτώσεις της επάνω στη βιολογία, τη φυσιολογία, την παθολογία, την ιατρική.
Ενώ σε όλους τους κλάδους της φυσικής ιστορίας πραγματοποιούνται θαυμαστές πρόοδοι από τους συνεχιστές, κυρίως, του έργου του Κιβιέ, δεν μπορούσε η βοτανική να αποτελέσει εξαίρεση. Ένα και μόνο γεγονός αρκεί για να το βεβαιώσει: μια φυσιογνωμία του μεγέθους του Λαμάρκ αρχίζει τη γόνιμη επιστημονική της δραστηριότητα με τη μελέτη του φυτικού κόσμου, εισάγοντας με τις «διχοτομικές κλείδες» του μια μέθοδο εργασίας που και σήμερα ακόμα εφαρμόζεται σε ευρεία έκταση.
Έτσι, ενώ μια μεγάλη ομάδα συνεχιστών του έργου του Κιβιέ προχωρεί στην οικοδόμηση της νεώτερης ζωολογίας, μια άλλη επίσης μεγάλη ομάδα μαθητών του Λαμάρκ επιχειρεί το δύσκολο έργο της δημιουργίας της νεώτερης βοτανικής.

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΒΗΝΕΙ
Για να είναι κανείς ειλικρινής πρέπει να ομολογήσει ότι τόσο το έργο του Κιβιέ και της σχολής του, όσο και το έργο του Λαμάρκ και των οπαδών του είχαν έτοιμο το έδαφος για να ριζώσουν. Ήταν το έργο του Μπιφόν για τους πρώτους και του άξιου συνεργάτη του Αντουάν Λοράν ντε Ζισιέ για τους δεύτερους.
Το όνομα που στο πεδίο της βοτανικής επιβάλλεται κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 19ου αιώνα σε όλα τα άλλα, είναι του Ογκιστέν Πιράμ ντε Καντόλ (1778-1841) που αποτέλεσε το γενάρχη μιας ολόκληρης οικογένειας διάσημων βοτανικών. Και ο ντε Ζισιέ καταγόταν από ευγενή γενιά μελετητών του φυτικού βασιλείου. Ο πατέρας του είχε κρατήσει άξια την έδρα της βοτανικής στο Βοτανικό Κήπο ως διάδοχος του Τουρνεφόρ. Δύο θείοι του, ο Ζοζέφ και ο Μπερνάρ, ο πρώτος είχε ζήσει χρόνια στο Περού, μελετώντας τη χλωρίδα του, ενώ ο δεύτερος είχε αρνηθεί για λόγους μετριοφροσύνης και παρά την αξία του, να καταλάβει την έδρα του Αντουάν μετά το θάνατό του. Κάτι ανάλογο συνέβαινε με την οικογένεια του ντε Καντόλ που επί τρεις γενιές συνέχιζε ένα έργο για την ολοκλήρωση του οποίου δε θα αρκούσε η διάρκεια μιας ανθρώπινης γενιάς. Πρόκειται για το «Προοίμιο του φυσικού συστήματος του φυτικού βασιλείου».

ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΦΥΗΣ ΜΑΘΗΤΗΣ
Ο Ογκιστέν Πιράμ ντε Καντόλ γεννήθηκε στη Γενεύη το 1778 και τέλειωσε τις ιατρικές του σπουδές στο Παρίσι σε ηλικία 26 ετών. Αν συγκρίνουμε την ηλικία αυτή με την ηλικία στην οποία οι γιατροί του 16ου αιώνα έπαιρναν το διδακτορικό τους τίτλο και αν αναλογιστούμε ότι ο Βεσάλιος στην ηλικία των 22 ετών ήταν καθηγητής του Πανεπιστημίου της Πάδοβα, δεν μπορούμε παρά να ανησυχήσουμε για την πρόοδο των σπουδαστών του 19ου αιώνα. Όμως, καμιά ανησυχία δεν δικαιολογείται. Στο διάστημα που μεσολάβησε, ο όγκος των γνώσεων σε πολλές επιστήμες εκατονταπλασιάστηκε, οι απαιτήσεις από τον σπουδαστή έγιναν περισσότερες και η διάρκεια των σπουδών μακρότερη.
Σχεδόν αμέσως μετά την αναγόρευσή του σε διδάκτορα, ίσως μάλιστα και κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών του για τις τελικές εξετάσεις, τον κάλεσε ο Λαμάρκ να ασχοληθεί με τη νέα έκδοση της περίφημης πια «Γαλλικής χλωρίδας» του. Ο νέος επιστήμονας ανέλαβε το έργο με ενθουσιασμό και το αποπεράτωσε με την επανέκδοση του ΣΤ’ τόμου του, το 1805.
Τέσσερα χρόνια μετά την αναγόρευσή του σε διδάκτορα, ο ντε Καντόλ ονομάστηκε καθηγητής της βοτανικής στο περίφημο Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ. Τα 8 χρόνια που κράτησε την έδρα αυτή, ήταν χρόνια εντατικής εργασίας που οι καρποί της αποκρυσταλλώνονται σ’ ένα μνημειώδες έργο, τη «Στοιχειώδη θεωρία της βοτανικής». Η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε στο Παρίσι το 1813, η δεύτερη ακολούθησε σε 6 χρόνια και η τρίτη πραγματοποιήθηκε το 1844, χωρίς στο μεταξύ να μεσολαβήσει κάτι που να υποχρεώσει τον συγγραφέα να αναθεωρήσει το κείμενο της πρώτης έκδοσης - τόσο τέλεια ήταν!
Παρόλα αυτά και η μεγαλοφυΐα του ντε Καντόλ είχε τα όριά της, που έρχονται μάλιστα σε αντίθεση με το υπόλοιπο έργο του. Καθώς ήταν πεπεισμένος απόλυτα για το αμετάβλητο των ζωικών ειδών και ακολουθούσε τις απόψεις του Σεντ Ιλέρ (υπήρξε μαθητής του) περί ενιαίου σχεδίου κατασκευής της ζωντανής ύλης, υποστήριζε στο θεμελιώδες έργο του την ενότητα της σύνθεσης του φυτικού σώματος. Κάθε απόκλιση από τη συμμετρία π.χ. των ανθέων την χαρακτήριζε ως εκφυλιστικό φαινόμενο!
Το πόσο μακριά βρισκόταν ο ντε Καντόλ από τις ιδέες του Λαμάρκ και κοντά στις αντιλήψεις του Λινναίου, φαίνεται καθαρά από το περιεχόμενο που δίνει στην έννοια του είδους. Είδος, κατά τον ντε Καντόλ είναι «σύνολο ατόμων περισσότερο ομοίων μεταξύ τους παρά με άλλα, που γονιμοποιούμενα γεννούν γόνιμους απογόνους και πολλαπλασιάζονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί κανείς να συμπεράνει κατ’ αναλογία ότι έχουν την πρώτη τους αρχή από ένα μόνον άτομο». Στα λόγια αυτά αντικατοπτρίζονται οι βασικές ιδέες του Λινναίου εμπνεόμενες στην ουσία από την Παλαιά Διαθήκη.

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΓΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Όπως και ο μακρινός εμπνευστής του, ο Λινναίος, έτσι και ο ντε Καντόλ αφιέρωσε όλη του την ενθουσιώδη δραστηριότητα στην αναζήτηση ενός φυσικού συστήματος ταξινόμησης και στην προσπάθεια ορισμού των εννοιών του γένους, της οικογένειας και ανωτέρων ταξινομικών ομάδων. Προηγουμένως, είχε συλλάβει την ιδέα της διάκρισης «κυτταρικών» και «αγγειακών» φυτών. Απέχουμε όμως πολύ ακόμα από την έννοια που δίνουμε στο κύτταρο σήμερα. Για τον ντε Καντόλ κύτταρο σήμαινε ένα κλειστό θάλαμο, σε αντίθεση προς την έννοια του αγγείου που αντιπροσώπευε έναν ανοιχτό σωλήνα.
Το έργο του ντε Καντόλ βρίσκει την αποκορύφωσή του στο ταξινομικό του έργο που εκτίθεται στο βιβλίο του «Φυσικό σύστημα του φυτικού βασιλείου»: οι δυο πρώτοι τόμοι του εκδόθηκαν στο Παρίσι, το 1818 και το 1821.
Ο ντε Καντόλ, τρία χρόνια μετά την επιστροφή του στον τόπο της γέννησής του, ανέλαβε την έδρα της βοτανικής στο τοπικό Πανεπιστήμιο. Σύντομα το έργο του τού φάνηκε πολύ απαρχαιωμένο που δύσκολα χρησιμοποιείτο. Άρχισε, λοιπόν, να σχεδιάζει μια δεύτερη συνεπτυγμένη έκδοση, από την οποία τελικά προέκυψε το «Προοίμιό» του, που συνεχίστηκε από το γιο του Αλφόνς Λουί Πιέρ (1806-1893) και εκδόθηκε σε 20 τόμους στο Παρίσι από το 1825 έως το 1873. Ο 20ος τόμος του κυκλοφόρησε 32 ολόκληρα χρόνια μετά το θάνατο του ντε Καντόλ. Η συνέχεια όμως του έργου βρισκόταν σε καλά χέρια. Ύστερα από το γιο του, ο εγγονός του, Καζιμίρ Πιράμ (1836-1919), τίμησε το όνομα του παππού όσο του άξιζε: ο γιος με τη μνημειώδη «Βοτανική γεωγραφία» του (Παρίσι, 1855) και ο εγγονός, όχι μόνο συνεργαζόμενος με τον πατέρα του στη συνέχιση του «Προοιμίου», αλλά και με τη συγγραφή των 9 τελευταίων τόμων ενός μεγάλου έργου για τα φανερόγαμα (Παρίσι, 1878-1896).

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΛΥΘΕΙ ΑΚΟΜΑ ΤΕΛΕΙΩΣ
Όσο όμως κι αν υπήρξε η σχετική συμβολή του ντε Καντόλ μεγάλη, δεν είχε ακόμα βρεθεί μια οριστική και ικανοποιητική ταξινόμηση του φυτικού βασιλείου. Συγχρόνως, όμως, με την οικογένεια ντε Καντόλ, στο ίδιο θέμα εργάζονται και άλλοι βοτανικοί, όχι λιγότερο σπουδαίοι. Ανάμεσά τους αναφέρουμε για το οξύ του πνεύμα και τις νεωτεριστικές του αντιλήψεις τον Στέφαν Λαντίσλαους Έντλιχερ, που γεννήθηκε στη Μπρατισλάβα το 1804, έζησε όμως πολύ λίγο για να ολοκληρώσει τις μεγαλοφυείς συλλήψεις του.
Ο Έντλιχερ ήταν σε ηλικία 24 κιόλας ετών αυλικός βιβλιοθηκάριος στη Βιέννη, ύστερα από 8 χρόνια επιμελητής του Μουσείου της Φυσικής Ιστορίας και το 1840 καθηγητής της βοτανικής στο Πανεπιστήμιό της. Δυστυχώς πέθανε το 1849 σε ηλικία μόλις 45 ετών.
Στο μικρό αυτό διάστημα της ζωής του ο Έντλιχερ παρουσίασε ένα τεράστιο συγγραφικό έργο σε ποσότητα και σπουδαιότητα. Το σπουδαιότερο ίσως έργο του «Γένη των φυτών διατεταγμένα κατά τη φυσική τάξη» δεν πρόλαβε να το δει όλο τυπωμένο: ο τελευταίος τόμος με τα συμπληρώματα κυκλοφόρησε ένα χρόνο μετά το θάνατό του.
Η σημασία του έργου του Έντλιχερ έγκειται προπαντός στο ότι είχε κατανοήσει σε όλη της την έκταση τη διδασκαλία του Κιβιέ και την επέκτεινε και στο φυτικό βασίλειο. Συνέλαβε δηλαδή ότι η έγκυρη ταξινόμηση των φυτών δεν ήταν δυνατή παρά μόνον με βάση ένα φυσικό σύστημα βασισμένο στην αναγνώριση των διαφόρων σχεδίων οργάνωσης των φυτών. Δέχθηκε τη διδασκαλία του ντε Καντόλ, απορρίπτοντας όμως την ιδέα του για το ενιαίο του βασικού σχεδίου της κατασκευής των φυτών.
Έτσι δεν λύθηκε μεν οριστικά το πρόβλημα της ταξινόμησης των φυτών, τέθηκαν όμως οι βασικές γραμμές του όχι μόνο για τα φανερόγαμα, αλλά και για τα κρυπτόγαμα φυτά.

ΤΑ ΚΡΥΠΤΟΓΑΜΑ
Τα κρυπτόγαμα υπήρξαν για τη βοτανική των αρχών του 19ου αιώνα ό,τι υπήρξαν για τη ζωολογία τα ασπόνδυλα. Μέχρι την εποχή του Λαμάρκ, τα ασπόνδυλα τα ξεχώριζαν σε έντομα μόνον και σκώληκες (Λινναίος). Για τα κρυπτόγαμα δεν υπήρχαν έστω και τόσο στοιχειώδεις διακρίσεις.
Με τις εργασίες δύο Σουηδών ρίχνεται κάποιο φως στους μύκητες και τα φύκια. Με τη μελέτη και το πρόβλημα της ταξινόμησης των μυκήτων ασχολήθηκε σε ολόκληρη τη ζωή του ο Ελίας Μάγκνους Φρις (1794-1878), που δίδασκε πρακτική οικονομία και βοτανική στην Ουψάλα και διεύθυνε τον Βοτανικό Κήπο της πόλης και το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας που ήταν προσαρτημένο στον Κήπο. Ο Φρις έκανε μια πλουσιότατη συλλογή και την πρώτη ταξινόμηση των μέχρι τότε γνωστών μυκήτων και μπορεί χάρις σ’ αυτήν να θεωρηθεί ένας από τους μεγαλύτερους μυκητολόγους. Τα φύκια πάλι μελετήθηκαν εξαντλητικά από τον Γιάκομπ Γκέορκ Άγκαρτ (1813-1901).
Εκείνος όμως που άνοιξε το δρόμο στη μελέτη γενικότερα των κρυπτογάμων, ανήκε στον προηγούμενο αιώνα. Ήταν ο Ούγγρος Γιόχαν Χέντβιχ (1730-1799), που με το έργο του «Βάση της φυσικής ιστορίας των βρύων» (Λειψία, 1782-1783) θεωρείται ο θεμελιωτής της μελέτης των κρυπτογάμων. Ο Χέντβιχ υπήρξε διορατικός παρατηρητής και πεπειραμένος στη χρήση του μικροσκοπίου. Παρόλα αυτά, αγωνίστηκε πολύ ώσπου να καταλάβει την έδρα της βοτανικής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας (1789-1799). Η αδιάκοπη συνέχεια της ιστορίας της επιστήμης επιβεβαιώνεται έτσι για άλλη μια φορά.Η κατάρριψη από τον Κιβιέ της θεωρίας του Λαμάρκ, στο πρόσωπο του Σεντ Ιλέρ, που είχε αναλάβει την υποστήριξή της, επηρέασε κατά τρόπο σχεδόν οριστικό τις παλαιοντολογικές μελέτες του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Οι πιο αξιόλογοι γεωλόγοι και παλαιοντολόγοι της εποχής ακολούθησαν τον Κιβιέ. Τέτοιοι υπήρξαν ο Αλεξάντρ Μπρονιάρ (1770-1846), συνεργάτης του Κιβιέ στις ανασκαφές ιδίως της Μονμάρτης, ο Αλσίντ Ντεσαλίν ντ’ Ορμπινί (1802-1857), πρώτος καθηγητής της παλαιοντολογίας στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας κι εκείνος που διατύπωσε την ισχύουσα γεωλογική ονοματολογία των εδαφών, και ο Αντόλφ Μπρονιάρ (1801-1876), γιος του Αλεξάντρ. Όλοι αυτοί υποστήριζαν την ιδέα του Κιβιέ για τους «κατακλυσμούς», τους οποίους μάλιστα ο ντ’ Ορμπινί υπολόγιζε σε 27, διακρίνοντας έτσι ισάριθμες διαδοχικές δημιουργίες ζωντανών πλασμάτων και δίνοντας πλήρες διάγραμμα του θείου δημιουργικού σχεδίου.